Paradigms | Duff Chapter 15 Flashcards
standard verb (λυω)
present indicative passive
- singular:
- λυομαι
- λυῃ
- λυεται
- plural:
- λυομεθα
- λυεσθε
- λυονται
standard verb (λυω)
future indicative passive
- singular:
- λυθησομαι
- λυθησῃ
- λυθησεται
- plural:
- λυθησομεθα
- λυθησεσθε
- λυθησονται
standard verb (λυω)
aorist indicative passive
- singular:
- ἐλυθην
- ἐλυθης
- ἐλυθη
- plural:
- ἐλυθημεν
- ἐλυθητε
- ἐλυθησαν
standard verb (λυω)
imperfect indicative passive
- singular:
- ἐλυομην
- ἐλυου
- ἐλυετο
- plural:
- ἐλυομεθα
- ἐλυεσθε
- ἐλυοντο
standard verb (λυω)
imperative passive
- present:
- λυου
- λυεσθε
- aorist:
- λυθητι
- λυθητε
standard verb (λυω)
infinitive passive
- present:
- λυεσθαι
- aorist:
- λυθηναι
standard verb (λυω)
present participle passive masculine
- singular:
- λυομενος
- λυομενου
- λυομενῳ
- λυομενον
- plural:
- λυομενοι
- λυομενων
- λυομενοις
- λυομενους
standard verb (λυω)
present participle passive feminine
- singular:
- λυομενη
- λυομενης
- λυομενῃ
- λυομενην
- plural:
- λυομεναι
- λυομενων
- λυομεναις
- λυομενας
standard verb (λυω)
present participle passive neuter
- singular:
- λυομενον
- λυομενου
- λυομενῳ
- λυομενον
- plural:
- λυομενα
- λυομενων
- λυομενοις
- λυομενα
standard verb (λυω)
aorist participle passive masculine
- singular:
- λυθεις
- λυθεντος
- λυθεντι
- λυθεντα
- plural:
- λυθεντες
- λυθεντων
- λυθεισιν
- λυθεντας
standard verb (λυω)
aorist participle passive feminine
- singular:
- λυθεισα
- λυθεισης
- λυθεισῃ
- λυθεισαν
- plural:
- λυθεισαι
- λυθεισων
- λυθεισαις
- λυθεισας
standard verb (λυω)
aorist participle passive neuter
- singular:
- λυθεν
- λυθεντος
- λυθεντι
- λυθεν
- plural:
- λυθεντα
- λυθεντων
- λυθεισιν
- λυθεντα
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
present indicative passive
- singular:
- φιλουμαι
- φιλῃ
- φιλειται
- plural:
- φιλουμεθα
- φιλεισθε
- φιλουνται
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
future indicative passive
- singular:
- φιληθησομαι
- φιληθησῃ
- φιληθησεται
- plural:
- φιληθησομεθα
- φιληθησεσθε
- φιληθησονται
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
aorist indicative passive
- singular:
- ἐφιληθην
- ἐφιληθης
- ἐφιληθη
- plural:
- ἐφιληθημεν
- ἐφιληθητε
- ἐφιληθησαν
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
imperfect indicative passive
- singular:
- ἐφιλουμην
- ἐφιλου
- ἐφιλειτο
- plural:
- ἐφιλουμεθα
- ἐφιλεισθε
- ἐφιλουντο
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
imperative passive
- present:
- φιλου
- φιλεισθε
- aorist:
- φιληθητι
- φιληθητε
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
infinitive passive
- present:
- φιλεισθαι
- aorist:
- φιληθηναι
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
present participle passive masculine
- singular:
- φιλουμενος
- φιλουμενου
- φιλουμενῳ
- φιλουμενον
- plural:
- φιλουμενοι
- φιλουμενων
- φιλουμενοις
- φιλουμενους
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
present participle passive feminine
- singular:
- φιλουμενη
- φιλουμενης
- φιλουμενῃ
- φιλουμενην
- plural:
- φιλουμεναι
- φιλουμενων
- φιλουμεναις
- φιλουμενας
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
present participle passive neuter
- singular:
- φιλουμενον
- φιλουμενου
- φιλουμενῳ
- φιλουμενον
- plural:
- φιλουμενα
- φιλουμενων
- φιλουμενοις
- φιλουμενα
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
aorist participle passive masculine
- singular:
- φιληθεις
- φιληθεντος
- φιληθεντι
- φιληθεντα
- plural:
- φιληθεντες
- φιληθεντων
- φιληθεισιν
- φιληθεντας
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
aorist participle passive feminine
- singular:
- φιληθεισα
- φιληθεισης
- φιληθεισῃ
- φιληθεισαν
- plural:
- φιληθεισαι
- φιληθεισων
- φιληθεισαις
- φιληθεισας
standard εω-verb (φιλ_ε_ω)
aorist participle passive neuter
- singular:
- φιληθεν
- φιληθεντος
- φιληθεντι
- φιληθεν
- plural:
- φιληθεντα
- φιληθεντων
- φιληθεισιν
- φιληθεντα