LECTIO 47 Flashcards
Iulia, -ae
Ιουλία
θηλ, α κλίση
Augustus, -i
Αύγουστος
(αρσ, β κλίση)
*κύριο όνομα => κλητική σε -i
filia, -ae
κόρη
(θηλ, α κλίση)
*δοτική & αφαιρετική πληθυντικού: filiis & filiabus
mature
χρονικό επίρρημα, πρόωρα
Παραθετικά: mature - maturius - maturrime / maturissime
habeo
έχω
(2 συζ)
habeo - habui - habitum - habere
coepi
αρχίζω
(ελλειπτικό)
- coepi - - coepisse
cani, -orum
άσπρες τρίχες
(αρσ, β κλίση)
*pluralia tantum
lego
μαζεύω, κόβω
(3 συζ)
lego - legi - lectum - legere
secrete
τροπικό επίρρημα, κρυφά
Παραθετικά: -
soleo
συνηθίζω
(2 συζ, ημιαποθετικό)
soleo - solitus sum - - - solere
audio
ακούω
(4 συζ)
audio - audivi - auditum - audire
volo
θέλω
(ανώμαλο)
volo - volui - - - velle
deterreo
φοβίζω
(2 συζ)
deterreo - deterrui - deterritum - deterrere
facio
κάνω
(3/15)
facio - feci - factum - facere
consilium, -ii & -i
σκέψη, σχέδιο
ουδ, β κλίση
aliquando
χρονικό επίρρημα, κάποτε
repente
τροπικό επίρρημα, ξαφνικά
intervenio
εμφανίζομαι απρόοπτα
(4 συζ)
intervenio - interveni - interventum - intervenire
opprimo
πιάνω επ’ αυτοφώρω
(3 συζ)
opprimo - oppressi - oppressum - opprimere
ornatrix, ornatric-is
κομμώτρια
θηλ, γ κλίση
vestis, vest-is
φόρεμα
(θηλ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -ium
deprehendo
πιάνω, ανακαλύπτω
(3 συζ)
deprehendo - deprehendi - deprehensum - deprehendere
dissimulo
προσποιούμαι
(1 συζ)
dissimulo - dissimulavi - dissimulatum - dissimulare
video
βλέπω
(2 συζ)
video - vidi - visum - videre
alius, alia, aliud
άλλος
αντωνυμικό επίθετο
sermo, sermon-is
λόγος
αρσ, γ κλίση
tempus, tempor-is
χρόνος
ουδ, γ κλίση
extraho
παρατείνω
(3 συζ)
extraho - extraxi - extractum - extrahere
induco
φέρνω
(3 συζ)
induco - induxi - inductum - inducere
*β ενικό προστακτικής: induc
mentio, mention-is
μνεία
θηλ, γ κλίση
aetas, aetat-is
ηλικία
(θηλ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -ium & -um
interrogo
ρωτώ
(1 συζ)
interrogo - interrogavi - interrogatum - interrogare
aliquot
άκλιτη αόριστη επιθετική αντωνυμία, μερικοί
annus, -i
χρόνος
αρσ, β κλίση
malo
προτιμώ
(ανώμαλο)
malo - malui - - - malle
respondeo
απαντώ
(2 συζ)
respondeo - respondi - responsum - respondere
pater, patr-is
πατέρας
(αρσ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -um
mendacium, -ii & -i
ψέμα
ουδ, β κλίση
obicio
προβάλλω αντίρρηση
(3/15)
obicio - obieci - obiectum - obicere
dubito
αμφιβάλλω
(1 συζ)
dubito - dubitavi - dubitatum - dubitare
nolo
δε θέλω
(ανώμαλο)
nolo - nolui - - - nolle
timeo
φοβάμαι
(2 συζ)
timeo - timui - - - timere
canus, -a, -um
ασπρομάλλης
(επιθ β κλίσης)
Παραθετικά: -
calvus, -a, -um
φαλακρός
(επιθ β κλίσης)
Παραθετικά: -