LECTIO 46 Flashcards
philosophus, -i
φιλόσοφος
αρσ, β κλίση
mundus, -i
κόσμος
αρσ, β κλίση
censeo
πιστεύω
(2 συζ)
censo - censui - censum - censere
rego
κυβερνώ
(3 συζ)
rego - rexi - rectum - regere
numen, numin-is
βούληση της θεότητας
ουδ, γ κλίση
deus, -i
θεός
(αρσ, β κλίση)
*διπλοί τύποι
puto
νομίζω
(1 συζ)
puto - putavi - putatum - putare
communis, -is, -e
κοινός
(δικατάληκτο επιθ γ κλίσης)
Παραθετικά: communis, -is, -e - communior, -ior, -ius - communissimus, -a, -um
urbs, urb-is
πόλη
(θηλ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -ium
civitas, civitat-is
πολιτεία
(θηλ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -um & -ium
homo, homin-is
άνθρωπος
αρσ, γ κλίση
pars, part-is
μέρος
θηλ, γ κλίση
natura, -ae
φύση
θηλ, α κλίση
consequor
ακολουθώ
(3 συζ, αποθετικό)
consequor - consecutus sum - - - consequi
utilitas, utilitat-is
ωφέλεια
(θηλ, γ κλίση)
*γενική πληθυντικού σε -ium & -um
antepono
βάζω κάτι πάνω από κάτι άλλο
(3 συζ)
antepono - anteposui - antepositum - anteponere
lex, leg-is
Νόμος
θηλ, γ κλίση
omnis, -is, -e
όλος
(δικατάληκτο επιθ γ κλίσης)
Παραθετικά: -
salus, salut-is
σωτηρία
θηλ, γ κλίση
singuli, -ae, -a
ο καθένας χωριστά
διανεμητικό αριθμητικό επίθετο
vir, -i
άνδρας
αρσ, β κλίση
bonus, -a, -um
καλός
(επιθ β κλίση)
Παραθετικά: bonus, -a, -um - melior, -ior, -ius - optimus, -a, -um
sapiens, sapient-is
σοφός
(αρσ, γ κλίση)
*ουσιαστικοποιημένη μτχ άρα παραθετικά: sapiens - sapientior - sapientissimus
pareo
υπακούω
(2 συζ)
pareo - parui - paritum - parere
consulo
φροντίζω
(3 συζ)
consulo - consului - consultum - consulere
multum
ποσοτικό επίρρημα
Παραθετικά: multum - plus - plurimum
unus, -a, -um
ένας
αντωνυμικό επίθετο
magnopere
ποσοτικό επίρρημα, πολύ
Παραθετικά: magnopere - magis - maxime
vitupero
επικρίνω
(1 συζ)
vitupero - vituperavi - vituperatum - vituperare
proditor, proditor-is
προδότης
αρσ, γ κλίση
patria, -ae
πατρίδα
θηλ, α κλίση
desertor, desertor-is
λιποτάκτης
αρσ, γ κλίση
laudo
επαινώ
(1 συζ)
laudo - laudavi - laudatum - laudare
res publica, re-i public-ae
πολιτεία
θηλ, συνεκφορά
cado
πέφτω
(3 συζ)
cado - cecidi - casum - cadere
decet
αρμόζει
(2 συζ, απρόσωπο)
decet - decuit - - - decere
carus, -a, -um
αγαπητός
(επιθ β κλίσης)
Παραθετικά: carus, -a, -um - carior, -ior, -ius - carissimus, -a, -um