LECTIO 17 Flashcards
magnus, -a, -um
μεγάλος
(επιθ β κλίσης)
Παραθετικά: maior, maior, maius - maximus, -a, -um
timor, timor-is
φόβος
αρσ, γ κλίση
exercitus, -us
στρατός
αρσ, δ κλίση
occupo
καταλαμβάνω
(1 συζ)
occupo - occupavi - occupatum - occupare
vox, voc-is
φωνή, (εδώ) διάδοση, φήμη
θηλ, γ κλίση
Galli, -orum
Γαλάτες
(αρσ, β κλίση)
*pluralia tantum
ac
και, συμπλεκτικός σύνδεσμος
Germani, -orum
Γερμανοί
(αρσ, β κλίση)
*pluralia tantum
ingens, -ns, -ns (ingent-is)
τεράστιος
(επιθ γ κλίσης, μονοκατάληκτο)
Παραθετικά: ingentior, ingentior, ingentius - ingentissimus, -a, -um
mercator, mercator-is
έμπορος
αρσ, γ κλίση
magnitudo, magnitudin-is
μέγεθος
θηλ, γ κλίση
corpus, corpor-is
σώμα
ουδ, γ κλίση
incredibilis, -is, -e
απίστευτος
επιθ γ κλίσης, δικατάληκτο
virtus, virtut-is
αρετή, ανδρεία
θηλ, γ κλίση
sum
είμαι, υπάρχω
(ανώμαλο)
sum - fui - - - esse
praedico
διακηρύττω
(1 συζ)
praedico - praedicavi - praedicatum - praedicare
alius, alia, aliud
άλλος
αόριστη αντωνυμία / αντωνυμικό επίθετο
causa, ae
αιτία
θηλ, α κλίση
discedo
αποχωρώ
(3 συζ)
discedo - discessi - discessum - disedere
cupio
θέλω
(3/15)
cupio - cupivi - cupitum - cupere
nonnulli, -ae, -a
μερικοί
(αντωνυμικό επίθετο)
*αόριστη αντωνυμία nullus + non
pudor, pudor-is
ντροπή
(αρσ, γ κλίση)
*singularia tantum
adduco
παρασύρω
(3 συζ)
adduco - adduxi - adductum - adducere
remaneo
παραμένω
(2 συζ)
remaneo - remansi - (remansum) - remanere
*μτχ παθητικού πρκ: mansus, -a, -um
neque
αντιθετικός σύνδεσμος, ούτε
vultus, -us
πρόσωπο
αρσ, δ κλίση
fingo
πλάθω
(3 συζ)
fingo - finxi - fictum - fingere
*fingo vultum = προσποιούμαι
lacrima, -ae
δάκρυ
θηλ, α κλίση
teneo
κρατώ
(2 συζ)
teneo - tenui - tentum - tenere
possum
μπορώ
(ανώμαλο)
possum - potui - - - posse
abdo
κρύβω
(3 συζ)
abdo - abdidi - abditum - abdere
tabernaculum, -i
σκηνή
ουδ, β κλίση
aut
παρατακτικός σύνδεσμος, είτε
fatum, -i
μοίρα
ουδ, β κλίση
queror
παραπονιέμαι
(3 συζ, αποθετικό)
queror - questus sum - - - queri
familiaris, -is
φίλος, γνωστός
(αρσ, γ κλίση)
*ισοσύλλαβο άρα γενική πληθυντικού σε -ium
+ αφαιρετική σε -i
communis, -is, -e
κοινός
(επιθ γ κλίσης, δικατάληκτο)
Παραθετικά: communior, communior, communius - communissimus, -a, -um
periculum, -i
κίνδυνος
ουδ, β κλίση
miseror
λυπάμαι, θρηνώ
(1 συζ, αποθετικό)
miseror- miseratus sum - - - miserari
totus, -a, um
όλος
(αντωνυμικό επίθετο)
*γενική ενικού: totius
δοτική ενικού: toti
castra, -orum
στρατόπεδο
(ουδ, β κλίση)
*στον ενικό έχει τη σημασία του φρουρίου (ετερόσημο)
testamentum, -i
διαθήκη
ουδ, β κλίση
obsigno
υπογράφω & σφραγίζω
(1 συζ)
obsigno - obsignavi - obsignatum - obsignare
paulatim
σιγά σιγά
τροπικό ή ποσοτικό επίρρημα
etiam
επιδοτικός παρατακτικός σύνδεσμος, ακόμα και
res, rei
πράγμα
θηλ, ε κλίση
militaris, -is, -e
στρατιωτικός
επιθ γ κλίσης, δικατάληκτο
peritus, -a, -um
έμπειρος
επιθ β κλίσης
habeo
έχω, στην παθητική φωνή θεωρούμαι
(2 συζ)
habeo - habui - habitum - habere
perturbo
ταράζω
(1 συζ)
perturbo - perturbavi - perturbatum - perturbare