Verbs - Active - Gk to Eng - A to Ω Flashcards
αγαπώ - αγάπησα -
θα αγαπήσω
I love
αγγίζω - άγγιξα -
θα αγγίξω
I touch
αγκαλιάζω - αγκάλιασα -
θα αγκαλιάσω
I hug/embrace/cuddle
αγκυλώνω - αγκύλωσα -
θα αγκυλώσω
I sting/prick
αγνοώ - αγνόησα -
θα αγνοήσω
I ignore
αγοράζω - αγόρασα -
θα αγοράσω
I buy
αγχώνω - άγχωσα -
θα αγχώσω
I worry/stress
αδειάζω - άδειασα -
θα αδειάσω
I empty/unpack/evacuate
αδιαφορώ - αδιαφόρησα -
θα αδιαφορήσω
I ignore/disregard/neglect
αδυνατίζω - αδυνάτισα -
θα αδυνατίσω
I weaken/fail (in health)
αδυνατώ - αδυνατούσα -
θα αδυνατώ
I am incapable/unable
ακολουθώ - ακολούθησα -
θα ακολουθήσω
I follow
ακουμπώ - ακούμπησα -
θα ακουμπήσω
I place/stand/lean/touch
ακούω - άκουσα -
θα ακούσω
I hear/listen
ακυρώνω - ακύρωσα -
θα ακυρώσω
I cancel/invalidate
αλείφω - άλειψα -
θα αλείψω
I wipe/grease/smear/spread
αλλάζω - άλλαξα -
θα αλλάξω
I change
αλληλογραφώ - αλληλογράφησα -
θα αλληλογραφήσω
I correspond/write to
αμφιβάλλω - αμφέβαλα -
θα αμφιβάλω
I doubt
αναβοσβήνω - αναβόσβησα -
θα αναβοσβήσω
I turn on and off/flicker
ανάβω - άναψα -
θα ανάψω
I ignite/light/turn on
αναγκάζω - ανάγκασα -
θα αναγκάσω
I force/oblige/compel
αναγνωρίζω - αναγνώρισα -
θα αναγνωρίσω
I recognise
αναθαρρεύω - αναθάρρεψα -
θα αναθαρρέψω
I am encouraged
αναθέτω - ανέθεσα -
θα αναθέσω
assign/allocate/delegate
αναθεωρώ - αναθεώρησα -
θα αναθεωρήσω
review/revise
ανακαλύπτω - ανακάλυψα -
θα ανακαλύψω
I discover/find out
ανακατεύω - ανακάτεψα -
θα ανακατέψω
I stir/mix/mingle
ανακινώ - ανακίνησα -
θα ανακινήσω
I agitate/stir/mix up/wobble
ανακοινώνω - ανακοίνωσα -
θα ανακοινώσω
I announce/communicate
αναλαμβάνω - ανέλαβα -
θα αναλάβω
I undertake/assume (take on)
αναμένω - ανέμενα -
θα αναμείνω
I expect/wait
αναπτύσσω - ανέπτυξα -
θα ανεπτύξω
I develop/unfold
αναστατώνω - αναστάτωσα -
θα αναστατώσω
I mess up/ruffle/upset/disrupt
αναστενάζω - αναστέναξα -
θα αναστενάξω
I sigh
ανατινάζω - ανατίναξα -
θα ανατινάξω
I blow up/blast
ανατριχιάζω - ανατρίχιασα -
θα ανατριχιάσω
I shiver/shudder
αναφέρω - ανέφερα -
θα αναφέρω
I mention/report/quote
αναχωρώ - αναχώρησα -
θα αναχωρήσω
I leave/depart
ανεβάζω - ανέβασα -
θα ανεβάσω
I raise/carry/lift up
ανεβαίνω - ανέβηκα -
θα ανέβω
I go up/ascend
ανησυχώ - ανησύχησα -
θα ανησυχήσω
I worry
ανθίζω - άνθισα -
θα ανθίσω
I blossom/bloom/flourish/thrive
ανοίγω - άνοιξα -
θα ανοίξω
I open
ανταλλάζω - αντάλλαξα -
θα ανταλλάξω
I exchange/swap
ανταμείβω - αντάμειψα -
θα ανταμείψω
I reward/compensate/remunerate
ανταμώνω - αντάμωσα -
θα ανταμώσω
I meet/come across
αντέχω - άντεξα -
θα αντέξω
I bear/endure/hold/resist
αντιγράφω - αντέγραψα -
θα αντιγράψω
I copy/duplicate
αντιθέτω - αντέθεσα -
θα αντιθέσω
I oppose/object/contrast
αντικρίζω - αντίκρισα -
θα αντικρίσω
I face/front/stand opposite
αντιπαθώ - αντιπάθησα -
θα αντιπαθήσω
I dislike
αντιπροσωπεύω - αντιπροσώπευσα -
θα αντιπροσωπεύσω
I represent
αξίζω - άξιζα -
θα αξίζω
I deserve/am worth
απαγγέλλω - απήγγειλα -
θα απαγγείλω
I recite
απαγορεύω - απαγόρεψα -
θα απαγορέψω
I forbid/ban/prohibit
απαιτώ - απαίτησα -
θα απαιτήσω
I demand/claim
απαντάω - απάντησα -
θα απαντήσω
I answer/reply
απασχολώ - απασχόλησα -
θα απασχολήσω
I distract
απειλώ - απείλησα -
θα απειλήσω
I threaten/menace
απέχω - απείχα -
θα απάσχω
I abstain/be distant from
απλώνω - άπλωσα -
θα απλώσω
I spread/stretch out/extend/hang out the washing
αποβιβάζω - αποβίβασα -
θα αποβιβάσω
I disembark
απογοητεύω - απογοήτεψα -
θα απογοητέψω
I disappoint/fail
αποδοκιμάζω - αποδοκίμασα -
θα αποδοκιμάσω
I disapprove/dislike
αποθέτω - απέθεσα -
θα αποθέσω
I put down/deposit/confide
αποκαλύπτω - αποκάλυψα -
θα αποκαλύψω
I reveal/uncover/divulge
αποκρούω - απέκρουσα -
θα αποκρούσω
I reject/repel/repulse
αποκτώ - απέκτησα -
θα αποκτήσω
I get/gain/aquire/have children
απολαμβάνω - απόλαυσα -
θα απολαύσω
I enjoy/relish/gain
απολύω - απέλυσα -
θα απολύσω
I dismiss/fire/sack
απομακρύνω - απομάκρυνα -
θα απομακρύνω
I move away from
απομονώνω - απομόνωσα -
θα απομονώσω
I isolate
απορώ - απόρησα -
θα απορήσω
I wonder/be amazed
αποτελώ - αποτέλεσα -
θα αποτελέσω
I form/constitute
αποφασίζω - αποφάσισα -
θα αποφασίσω
I decide/resolve
αποφεύγω - απέφυγα -
θα αποφύγω
I avoid/escape
αργώ - άργησα -
θα αργήσω
I am late
αρέσω - άρεσα -
θα αρέσω
I am liked
αρπάζω - άρπαξα -
θα αρπάξω
I snatch/grab/seize/carry off
αρχίζω - άρχισα -
θα αρχίσω
I begin
αυξάνω - αύξησα -
θα αυξήσω
I increase/augment
αφαιρώ - αφαίρεσα -
θα αφαιρέσω
I remove/subtract
αφήνω - άφησα -
θα αφήσω
I let/allow/leave
αφιερώνω - αφιέρωσα -
θα αφιερώσω
I dedicate/devote
βαδίζω - βάσισα -
θα βαδίσω
I step/stride/pace/march
βάζω - έβαλα -
θα βάλω
I put/place
βαραίνω - βάρυνα -
θα βαρύνω
I weigh down/burden
βαρώ - βάρεσα -
θα βαρέσω
I hit/beat/strike (hard)
βάφω - έβαψα -
θα βάψω
I paint
βγάζω - έβγαλα -
θα βγάλω
I put out/put off/remove
βγαίνω - βγήκα -
θα βγω
I go out
βεβαιώνω - βεβαίωσα -
θα βεβαιώσω
I confirm/assure/affirm
βελάζω - βέλαξα -
θα βελάξω
I bleat
βελτιώνω - βελτίωσα -
θα βελτιώσω
I improve
βήχω - έβηξα -
θα βήξω
I cough
βιάζω - βίασα -
θα βιάσω
I force/compel/assault/rape
βλάπτω - έβλαψα -
θα βλάψω
I harm/hurt/damage
βλέπω - είδα -
θα δω
I see
βοηθώ - βοήθησα -
θα βοηθήσω
I help
βολεύω - βόλεψα -
θα βολέψω
I fit in /settle/accommodate/make do
βόσκω - βόσκησα -
θα βοσκήσω
I graze/wander aimlessly
βοτανίζω - βοτάνισα -
θα βοτανίσω
I weed
βουτώ (άω) - βούτηξα -
θα βουτήξω
I dip/dive/plunge
βράζω - έβρασα -
θα βράσω
I boil
βρέχει - έβρεξε -
θα βρέξει
It rains / gets wet
βρίζω - έβρισα -
θα βρίσω
I insult/abuse/swear/call names
βρίσκω - βρήκα -
θα βρω
I find
γαβγίζω - γάβγισα -
θα γαβγίσω
I bark
γαληνεύω - γαλήνεψα -
θα γαληνέψω
I smooth
γαργαλώ - γαργάλησε -
θα γαργαλήσω
I tickle
γαρνίρω - γαρνίρισα - θα γαρνίρω
I garnish
γδέρνω - έγδαρα -
θα γδάρω
I scratch/scrape/skin
γελάω - γέλασα -
θα γελάσω
I laugh
γεμίζω - γέμισα -
θα γεμίσω
I fill/stuff
γεννώ - γέννησα -
θα γεννήσω
I birth (give)/bear/lay eggs
γερνώ - γέρασα -
θα γεράσω
I get old
γέρνω - έγειρα -
θα γείρω
I lean/sag/incline
γιατρεύω - γιάτρεψα -
θα γιατρέψω
I cure/heal
γιορτάζω - γιόρτασα -
θα γιορτάσω
I celebrate
γκρεμίζω - γκρέμισα -
θα γκρεμισώ
I demolish/throw down
γκρινιάζω - γκρίνιαξα -
θα γκρινιάξω
I grumble/nag
γλείφω - έγλειψα -
θα γλείψω
I lick
γλεντάω - γλέντησα -
θα γλεντήσω
I celebrate/have fun
γλιστρώ - γλίστρησα -
θα γλιστρήσω
I slide/slip
γνωρίζω - γνώρισα -
θα γνωρίσω
I know/meet/be aquainted with
γοητεύω - γοήτεψα -
θα γοητέψω
I charm/attract
γράφω - έγραψα -
θα γράψω
I write
γυρεύω - γύρεψα -
θα γυρέψω
I search for/look for/seek (2)
γυρίζω - γύρισα -
θα γυρίσω
I return
γυρνάω - γύρισα -
θα γυρίσω
I turn/return/revolve
δαγκώνω - δάγκωσα -
θα δαγκώσω
I bite
δακρύζω - δάκρυσα -
θα δακρύσω
I cry/shed tears
δανείζω - δάνεισα -
θα δανείσω
I lend
δείχνω - έδειξα -
θα δείξω
I show/point/indicate
δένω - έδεσα -
θα δέσω
I tie/bind/link
δέρνω - έδειρα -
θα δειρώ
I beat/strike/whip
δηλώνω - δήλωσα -
θα δηλώσω
I declare/proclaim/state
δημιουργώ - δημιούργησα -
θα δημιουργήσω
I create/construct
διαβάζω - διάβασα -
θα διαβάσω
I read
διαβαίνω - διάβηκα -
θα διαβώ
I pass/cross
διαγράφω - διέγραψα -
θα διαγράψω
I delete/erase/cross out
διαθέτω - διέθεσα -
θα διαθέσω
I use/afford/ bequeath/dispose
διαιρώ - διαίρεσα -
θα διαιρέσω
I divide/part/split/distribute
διακόπτω - διέκοψα -
θα διακόψω
I interrupt/break off
διαλέγω - διάλεξα -
θα διαλέξω
I choose/select/pick
διανυκτερεύω - διανυκτέρευσα -
θα διανυκτερεύσω
I stay up all night/spend the night
διαπιστώνω - διαπίστωσα -
θα διαπιστώσω
I realise/ascertain/make sure of
διαρκώ - διάρκεσα -
θα διαρκέσω
I last/endure/continue/carry on
διασκεδάζω - διασκέδασα -
θα διασκεδάσω
I amuse someone
διατηρώ - διατήρησα -
θα διατηρήσω
I keep/hold/maintain/preserve
διαφέρω - διέφερα -
θα διαφέρω
I am different
διαφημίζω - διαφήμισα -
θα διαφημίσω
I advertise/make known
διαφωνώ - διαφώνησα -
θα διαφωνήσω
I disagree
διδάσκω - δίδαξα -
θα διδάξω
I teach
δικαιολογώ - δικαιολόγησα -
θα δικαιολογήσω
I justify/excuse
δικαιώνω - δικαίωσα -
θα δικαιώσω
I vindicate/side with/justify
δίνω - έδωσα -
θα δώσω
I give
διοργανώνω - διοργάνωσα -
θα διοργανώσω
I organise
διορθώνω - διόρθωσα -
θα διορθώσω
I correct/fix
διπλώνω - δίπλωσα -
θα διπλώσω
I fold/wrap
διστάζω - δίστασα -
θα διστάσω
I hesitate/doubt
διψώ (άω) - δίψασα -
θα διψάσω
I am thirsty
διώκω - δίωξα -
θα διώξω
I chase/pursue(career)/expel/persecute
διώχνω - έδιωξα -
θα διώξω
I expel/send away/dismiss/shoo/chase away
δοκιμάζω - δοκίμασα -
θα δοκιμάσω
I try on/taste
δολοφονώ - δολοφόνησα -
θα δολοφονήσω
I murder (2)
δουλεύω - δούλεψα -
θα δουλέψω
I work
δυσπιστώ - δυσπιστούσα -
θα
I distrust
δωρίζω - δώρισα -
θα δωρίσω
I donate/offer
εγκαθιστώ - εγκατέστηρα -
θα εγκαταστίσω
I install
ειδοποιώ - ειδοποίησα -
θα ειδοποιήσω
I inform/notify
είμαι - ήμουν -
θα είμαι
I am / (to be)
εκδηλώνω - εκδήλωσα -
θα εκδηλώσω
I show/express/display/manifest
εκνευρίζω - εκνεύρισα -
θα εκνευρίσω
I irritate
εκτελώ - εκτέλεσα -
θα εκτελέσω
I perform/execute/carry out
εκτρέπω - εξέτρεψα -
θα εκτρέψω
I divert/deflect/deviate
εκφράζω - έκφρασα -
θα εκφράσω
I express/reveal
ελέγχω - έλεγξα -
θα ελέγξω
I check/test/control
ελπίζω - ήλπισα -
θα ελπίσω
I hope/wish for
εμπλουτίζω - εμπλούτισα -
θα εμπλουτίσω
I enrich
εμποδίζω - εμπόδισα -
θα εμποδίσω
I prevent/hinder/obstruct
εμφανίζω - εμφάνισα -
θα εμφανίσω
I show/present/reveal
ενημερώνω - ενημέρωσα -
θα ενημερώσω
I inform/update
ενθυμίζω - ενθύμισα -
θα ενθυμίσω
I remind/bring to mind
ενισχύω - ενίσχυσα -
θα ενισχύσω
I reinforce/confirm/strengthen
εννοώ - εννόησα -
θα εννοήσω
I mean/intend
ενοχλώ - ενόχλησα -
θα ενοχλήσω
I bother/disturb/ annoy
εντυπωσιάζω - εντυπωσίασα -
θα εντυπωσιάσω
I impress
ενώνω - ένωσα -
θα ενώσω
I join/unite
εξακολουθώ - εξακολούθησα -
θα εξακολουθήσω
I continue/go on
εξαπατάω - εξαπάτησα -
θα εξαπατήσω
I cheat/deceive
εξαργυρώνω - εξαργάρωσα -
θα εξαργυρώσω
I cash/redeem
εξασφαλίζω - εξασφάλισα -
θα εξασφαλίσω
I make certain/ensure/book/reserve
εξαφανίζω - εξαφάνισα -
θα εξαφανίσω
I eliminate/make disappear
εξερευνώ - εξερεύνησα -
θα εξερευνήσω
I explore
εξετάζω - εξέτασα -
θα εξετάσω
I examine
εξηγώ - εξήγησα -
θα εξηγήσω
I explain
εξοικονομώ - εξοικονόμησα -
θα εξοικονομήσω
I save/economise
εξορίζω - εξόρισα -
θα εξορίσω
I banish/exile
εξυπηρετώ - εξυπηρέτησα -
θα εξυπηρετήσω
I serve/assist/be of help
επαναλαμβάνω - επανέλαβα -
θα επαναλάβω
I repeat
επανορθώνω - επανόρθωσα -
θα επανορθώσω
I redress/ rectify/ restore/make up for
επιβεβαιώνω - επιβεβαίωσα -
θα επιβεβαιώσω
I confirm
επιβιώνω - επιβίωσα -
θα επιβιώσω
I survive
επιδεικνύω - επέδειξα -
θα επιδείξω
I show off
επικοινωνώ - επικοινώνησα -
θα επικοινωνήσω
I communicate
επιλέγω - επέλεξα -
θα επιλλέξω
I select/choose
επιμένω - επέμεινα -
θα επιμείνω
I insist/persist
επισκευάζω - επισκεύασα -
θα επισκευάσω
I repair/mend
επιστρέφω - επέστρεψα -
θα επιστρέψω
I return/come back/give back
επιτρέπω - επέτρεψα -
θα επιτρέψω
I allow /permit
ερευνώ - ερεύνησα -
θα ερευνήσω
I investigate/inquire/research
ετοιμάζω - ετοίμασα -
θα ετοιμάσω
I get ready/prepare/plan
έχω - είχα -
θα έχω
I have
ζεσταίνω - ζέστανα -
θα ζεστάνω
I warm/heat
ζηλεύω - ζήλεψα -
θα ζηλέψω
I am jealous /envy
ζητάω - ζήτησα -
θα ζητήσω
I look for/seek/ask for
ζυγίζω - ζύγισα -
θα ζυγίσω
I weigh
ζώ - έζησα -
θα ζήσω
I live
ζωγραφίζω - ζωγράφισα -
θα ζωγραφίσω
I paint/draw/depict
ηχογραφώ - ηχογράφησα -
θα ηχογραφήσω
I record (sound)
θάβω - έθαψα -
θα θάψω
I bury
θαμπώνω - θάμπωσα -
θα θαμπώσω
I amaze/dazzle
θαυμάζω - θαύμασα -
θα θαυμάσω
I admire/wonder
θέλω - θέλησα/ήθελα -
θα θελήσω/θέλω
I want
θερίζω - θέρισα -
θα θερίσω
I reap/mow/harvest
θέτω - έθεσα -
θα θέσω
I put/place/set
θεωρώ - θεώρησα -
θα θεωρήσω
I consider/regard/think
θρηνώ - θρήνησα -
θα θρηνήσω
I mourn/lament
θρυμματίζω - θρυμμάτισα -
θα θρυμματίσω
I shatter/break into pieces
θυμίζω - θύμισα -
θα θυμίσω
I remind
θυμώνω - θύμωσα -
θα θυμώσω
I get angry
ιδρώνω - ίδρωσα -
θα ιδρώσω
I perspire
ικανοποιώ - ικανοποιήσα -
θα ικανοποιήσω
I satisfy
ιχνηλατώ - ιχνηλατούσα -
θα ιχνηλατώ
I track down
καθαρίζω - καθάρισα -
θα καθαρίσω
I clean/clear/settle (account)
καίω - έκαψα -
θα κάψω
I burn
καλλιεργώ - καλλιέργησα -
θα καλλιεργήσω
I cultivate
καλοπερνάω - καλοπέρασα -
θα καλοπεράσω
I enjoy/have fun
καλοπιάνω - καλόπιασα -
θα καλοπιάσω
I coax/cajole/humour/get around/wheedle
καλώ - κάλεσα -
θα καλέσω
I invite
καμαρώνω - καμάρωσα -
θα καμαρώσω
I take pride in
κανονίζω - κανόνισα -
θα κανονίσω
I arrange/settle/regulate
κάνω - έκανα -
θα κάνω
I do/make
καπνίζω - κάπνισα -
θα καπνίσω
I smoke
καρφώνω - κάρφωσα -
θα καρφώσω
I nail
καταθέτω - κατέθεσα -
θα καταθέσω
I deposit/put down/testify
κατακαίω - κατάκαψα -
θα κατακάψω
I burn
καταλαβαίνω - κατάλαβα -
θα καταλάβω
I understand
καταλήγω - κατέληξα -
θα καταλήξω
I end in/result in/ terminate
καταναλώνω - κατανάλωσα -
θα καταναλώσω
I consume
καταπίνω - κατάπια -
θα καταπιώ
I swallow/gulp down
καταστρέφω - κατέστρεψα -
θα καταστρέψω
I destroy/ruin
κατατρώγω - κατέφαγα -
θα καταφάω
I erode/eat away
καταφέρνω - κατάφερα -
θα καταφέρω
I achieve/manage/succeed/persuade/beat/win
κατεβαίνω - κατέβηκα -
θα κατεβώ
I descend/go down
κατευθύνω - κατεύθυνα -
θα κατευθύνω
I direct/guide
κατηγορώ - κατηγόρησα -
θα κατηγορήσω
I accuse/blame/criticise
κατοικώ - κατοίκησα -
θα κατοικήσω
I live/reside/stay/inhabit
κατσουφιάζω - κατσούφιασα -
θα κατσουφιάσω
I sulk/frown/scowl
κελαηδώ - κελάηδησα -
θα κελαηδήσω
I sing/twitter/warble
κερδίζω - κέρδισα -
θα κερδίσω
I win/gain/earn/profit
κερνώ (άω) - κέρασα -
θα κεράσω
I treat/buy for
κλαδεύω - κλάδεψα -
θα κλαδέψω
I prune/cut back
κλαίω - έκλαψα -
θα κλάψω
I cry
κλέβω - έκλεψα -
θα κλέψω
I steal
κλειδώνω - κλείδωσα -
θα κλειδώσω
I lock
κλείνω - έκλεισα -
θα κλείσω
I close
κληρονομώ - κληρονόμησα -
θα κληρονομήσω
I inherit
κλίνω - έκλισα -
θα κλίσω
I bend/lean/conjugate/decline
κλωτσώ - κλώτσησα -
θα κλωτσήσω
I kick
κόβω - έκοψα -
θα κόψω
I cut
κοιτάζω - κοίταξα -
θα κοιτάξω
I look at
κολάζω - κόλασα -
θα κολασώ
I punish/explain away
κολακεύω - κολάκεψα -
θα κολακέψω
I flatter/compliment
κολλώ - κόλλησα -
θα κολλήσω
I stick/glue/fix/attach
κολυμπάω - κολύμπησα -
θα κολυμπήσω
I swim
κομματιάζω - κομμάτισα -
θα κομματιάσω
I break into pieces
κοντεύω - κόντεψα -
θα κοντέψω
I draw near
κοροϊδεύω - κορόϊδεψα -
θα κοροϊδέψω
I mock/make fun of/cheat/deceive/fool
κουβαλώ - κουβάλησα -
θα κουβαλήσω
I bring/carry/transport
κουβεντιάζω - κουβέντιασα -
θα κουβεντιάσω
I talk/converse
κουνάω - κούνησα -
θα κουνήσω
I shake/stir/move
κουράζω - κούρασα -
θα κουράσω
I tire
κουρεύω - κούρεψα -
θα κουρέψω
I cut hair/mow
κουτουλάω - κουτούλησα -
θα κουτουλήσω
I butt
κουτσαίνω - κούτσανα -
θα κουτσάνω
I limp
κράζω - έκραξα -
θα κράξω
I cry out/call out
κρατάω - κράτησα -
θα κρατήσω
I hold/keep/maintain/rule/book
κρεμάω (ώ) - κρέμασα -
θα κρεμάσω
I hang
κρίνω - έκρινα -
θα κρίνω
I judge/consider/reason
κρύβω - έκρυψα -
θα κρύψω
I hide/conceal
κρυώνω - κρύωσα -
θα κρυώσω
I feel cold
κυβερνάω (ω) - κυβέρνησα -
θα κυβερωήσω
I govern/rule
κυκλοφορώ - κυκλοφόρησα -
θα κυκλοφορήσω
I circulate/go about
κυλώ - κύλησα
θα κυλήσω
I roll
κυνηγώ - κυνήγησα -
θα κυνηγήσω
I hunt/chase
λαλώ - λάλησα -
θα λαλήσω
I talk/speak/play/sing (birds)
λαμβάνω - έλαβα -
θα λάβω
I take/receive
λάμπω - έλαμψα -
θα λάμψω
I shine
λατρεύω - λάτρεψα -
θα λατρέψω
I adore, worship
λαχταρώ - λαχτάρησα -
θα λαχταρήσω
I yearn for/long for
λειαίνω - λείανα -
θα λειάνω
I smooth/polish
λείπω - έλειψα -
θα λείψω
I miss/am absent
λειτουργώ - λειτούργησα -
θα λειτουργήσω
I function/operate/work
λειώνω - έλειωσα -
θα λειώσω
I melt/dissolve
λερώνω - λέρωσα -
θα λερώσω
I stain/make dirty
λέω - είπα -
θα πω
I say
λήγω - έληξα -
θα λήξω
I end/expire
λογαριάζω - λογάριασα -
θα λογαριάσω
I calculate/count
λογοδοτώ - λογοδότησα -
θα λογοδοτήσω
I report/account for
λούζω - έλουσα -
θα λούσω
I bathe/wash
λυγίζω - λύγισα -
θα λυγίσω
I bend/curve/fold up/give in/sink/buckle
λύνω - έλωσα -
θα λύσω
I undo/solve
λυπώ - λύπησα -
θα λυπήσω
I sadden/distress
μαγειρεύω - μαγείρεψα -
θα μαγειρέψω
I cook
μαζεύω - μάζεψα -
θα μαζέψω
I collect/gather
μαθαίνω - έμαθα -
θα μάθω
I learn
μαλώνω - μάλωσα -
θα μαλώσω
I scold/quarrel/reprimand
μαντεύω - μάντεψα -
θα μαντέψω
I guess/predict
μαρτυρώ - μαρτύρησα -
θα μαρτυρήσω
I testify/witness/reveal/inform against
μασάω - μάσησα -
θα μασήσω
I chew
ματαιώνω - ματαίωσα -
θα ματαιώσω
I cancel/abort/frustrate
μεγαλώνω - μεγάλωσα -
θα μεγαλώσω
I grow/raise
μεθώ - μέθυσα -
θα μεθύσω
I get drunk
μειώνω - μείωσα -
θα μειώσω
I decrease/diminish/lessen
μελετάω - μελέτησα -
θα μελετήσω
I study
μένω - έμεινα -
θα μείνω
I stay/live
μεριάζω - μέριασα -
θα μεριάσω
I move aside/make way
μεταβαίνω - μετέβηκα -
θα μετεβώ
I go/proceed
μεταδίδω - μετέδωσα -
θα μεταδώσω
I broadcast/transmit/communicate
μετακινώ - μετακίνησα -
θα μετακινήσω
I change position of/shift/move/digress
μετακομίζω - μετακόμισα -
θα μετακομίσω
I move house/re-locate
μεταμορφώνω - μεταμόρφωσα -
θα μεταμορφώσω
I transform
μεταναστεύω - μετανάστευσα -
θα μεταναστεύσω
I migrate/immigrate/emigrate
μετανιώνω - μετάνιωσα -
θα μετανιώσω
I regret/repent/change my mind
μετατρέπω - μετέτρεψα -
θα μετατρέψω
I convert/alter/modify
μεταφέρω - μετέφερα -
θα μεταφέρω
I carry/convey/transport
μεταφράζω - μετάφρασα -
θα μεταφράσω
I translate
μετράω - μέτρησα -
θα μετρήσω
I count
μιλάω - μίλησα -
θα μιλήσω
I speak
μισοκλείνω - μισόκλεισα -
θα μισοκλείσω
I half-close
μισώ - μίσησα -
θα μισήσω
I hate
μοιάζω - έμοιασα -
θα μοιάσω
I resemble
μοιράζω - μοίρασα -
θα μοιράσω
I share/divide/distribute
μορφώνω - μόρφωσα -
θα μορφώσω
I educate
μοσκοβολώ - μοσκοβόλησα -
θα μοσκοβολήσω
I smell sweetly
μοσχομυρίζω - μοσχομύρισα -
θα μοσχομυρίσω
I smell good
μουσκεύω - μούσκεψα -
θα μουσκέψω
I soak
μπαίνω - μπήκα -
θα μπω
I enter/go in
μπαλώνω - μπάλωσα -
θα μπαλώσω
I mend/repair/patch
μπερδεύω - μπέρδεψα -
θα μπερδέψω
I confuse/entangle
μπλέκω - έμπλεξα -
θα μπλέξω
I involve/entangle/complicate
μπορώ - μπόρεσα -
θα μπορέσω
I can/am able to
μυρίζω - μύρισα -
θα μυρίσω
I smell
νανουρίζω - νανούρισα -
θα νανουρίσω
I lull (to sleep - as lullaby)
νιαουρίζω - νιαούρισα -
θα νιαουρίσω
I miaow/mew
νικώ - νίκησα -
θα νικήσω
I defeat/win/conquer
νιώθω - ένιωσα -
θα νιώσω
I feel/notice/understand
νοικιάζω - νοίκιασα -
θα νοικιάσω
I rent
νομίζω - νόμισα -
θα νομίσω
I think
νυστάζω - νύσταξα -
θα νυστάξω
I am sleepy
ξαπλώνω - ξάπλωσα -
θα ξαπλώσω
I spread out/rest/lie down
ξαφνιάζω - ξάφνιασα -
θα ξαφνιάσω
I surprise/frighten
ξεκαθαρίζω - ξεκαθάρισα -
θα ξεκαθαρίσω
I clarify/settle/become clear
ξεκινώ (άω) - ξεκίνησα -
θα ξεκινήσω
I start/set out
ξεκουράζω - ξεκούρασα -
θα ξεκουράσω
I rest (something)
ξενυχτώ - ξενύχτησα -
θα ξενυχτήσω
I stay up late
ξεπαγώνω - ξεπάγωσα -
θα ξεπαγώσω
I defrost/thaw
ξεπουλώ - ξεπούλησα -
θα ξεπουλήσω
I sell off
ξέρω - ήξερα -
θα ξέρω
I know
ξετυλίγω - ξετύλιξα -
θα ξετυλίξω
I unwrap/unwind/unfold
ξεφεύγω - ξέφυγα -
θα ξεφύγω
I escape/avoid/run away/slip out
ξεφλουδίζω - ξεφλούδισα -
θα ξεφλουδίσω
I peel/pare
ξεφορτώνω - ξεφόρτωσα -
θα ξεφορτώσω
I unload
ξεφυλλίζω - ξεφύλλισα -
θα ξεφυλλίσω
I leaf/flick/flip through
ξεχνάω - ξέχασα -
θα ξεχάσω
I forget
ξεχωρίζω - ξεχώρισα -
θα ξεχωρίσω
I separate/distinguish/put aside
ξηλώνω - ξήλωσα -
θα ξηλώσω
I dismantle
ξοδεύω - ξόδεψα -
θα ξοδέψω
I spend
ξύνω - έξυσα -
θα ξύσω
I scrape/grate/sharpen
ξυπνάω (ώ) - ξύπνησα -
θα ξυπνήσω
I wake
οδηγώ - οδήγησα -
θα οδηγήσω
I drive
ολοκληρώνω - ολοκλήρωσα -
θα ολοκληρώσω
I complete
ομολογώ - ομολόγησα -
θα ομολογήσω
I admit/confess/acknowledge
ονομάζω - ονόμασα -
θα ονομάσω
I name
ορίζω - όρισα -
θα ορίσω
I define
ορμώ - όρμησα -
θα ορμήσω
I hurry/dart/dash/rush
ουρλιάζω - ούρλιαξα -
θα ουρλιάξω
I howl/wail
ουρώ - ούρησα -
θα ουρήσω
I urinate/pee
οφείλω - όφειλα -
θα οφείλω
I owe/be indebted
παγώνω - πάγωσα -
θα παγώσω
I freeze
παθαίνω - έπαθα -
θα πάθω
I suffer/endure
παίζω - έπαιξα -
θα παίξω
I play
παίρνω - πήρα -
θα πάρω
I take/receive/get/bring
παλεύω - πάλεψα -
θα παλέψω
I struggle/wrestle
παραγγέλνω - παράγγειλα -
θα παραγγείλω
I order/command
παράγω - παρήγαγα -
θα παραγάγω
I produce/generate
παραδίδω - παράδωσα (or έ) -
θα παραδώσω
I surrender
παραδίνω - παρέδωσα -
θα παραδώσω
I deliver
παρακαλώ - παρακάλεσα -
θα παρακαλέσω
I plead/beg/request/ask
παρακινώ - παρακίνησα -
θα παρακινήσω
I induce/prompt
παρακολουθώ - παρακολούθησα -
θα παρακολουθήσω
I follow/attend
παραλαμβάνω - παρέλαβα -
θα παραλάβω
I receive
παραλείπω - παρέλειψα -
θα παραλείψω
I omit
παραμιλώ - παραμίλησα -
θα παραμιλήσω
I talk too much/rave
παραπαίω - παρέπαια -
θα παραπαίω
I stagger/totter/flounder
παρασκευάζω - παρασκεύασα -
θα παρασκευάσω
I prepare
παραστρατώ - παραστράτησα -
θα παραστρατήσω
I go astray
παρατάω - παράτησα -
θα παρατήσω
I give up/abandon
παρατηρώ - παρατήρησα -
θα παρατηρήσω
I observe/notice/remark
παρκάρω - πάρκαρα -
θα παρκάρω
I park
παρουσιάζω - παρουσίασα -
θα παρουσιάσω
I introduce/present/display
πατώ (άω) - πάτησα -
θα πατήσω
I tread/press
παχαίνω - πάχυνα -
θα παχύνω
I get fat
πεθαίνω - πέθανα -
θα πεθάνω
I die
πείθω - έπεισα -
θα πείσω
I persuade
πεινάω - πείνασα -
θα πεινάσω
I hunger/am hungry
πειράζω - πείραξα -
θα πειράξω
I tease/annoy/bother/disagree
περιβάλλω - περιέβαλα -
θα περιβάλω
I envelop/surround
περιγράφω - περιέγραψα -
θα περιγράψω
I describe
περιέχω - περιείχα -
θα περιέχω
I include/contain
περιλαμβάνω - περίλαβα -
θα περιλάβω
I include/comprise/consist of
περιμένω - περίμενα -
θα περιμένω
I wait/expect
περιορίζω - περιόρισα -
θα περιορίσω
I restrict/limit/confine
περνώ - πέρασα -
θα περάσω
I pass/cross/spend time
περπατάω - περπάτησα -
θα περπατήσω
I walk
πετάω - πέταξα -
θα πετάξω
I fly/throw/throw away
πέφτω - έπεσα -
θα πέσω
I fall
πηγαίνω/πάω - πήγα -
θα πάω
I go
πηδώ (άω) - πήδηξα -
θα πηδήξω
I jump/leap
πιάνω - έπιασα -
θα πιάσω
I catch/take/seize/get
πιέζω - πίεσα -
θα πιέσω
I press/squeeze
πίνω - ήπια -
θα πιώ
I drink
πιστεύω - πίστεψα -
θα πιστέψω
I believe
πλέκω - έπλεξα -
θα πλέξω
I knit/braid
πλένω - έπλυνα -
θα πλύνω
I wash
πλέω - έπλευσα -
θα πλεύσω
I sail
πλημμυρίζω - πλημμύρησα -
θα πλημμυρίσω
I flood
πληροφορώ - πληροφόρησα -
θα πληροφορήσω
I inform/advise
πληρώνω - πλήρωσα -
θα πληρώσω
I pay
πλησιάζω - πλησίασα -
θα πλησιάσω
I approach/draw near
πλήττω - έπληξα -
θα πλήξω
I am bored/strike/wound/hit
πνέω - έπνευσα -
θα επνεύσω
I blow/breathe
πνίγω - έπνιξα -
θα πνίξω
I drown/strangle
πολεμώ (άω) - πολέμησα -
θα πολεμήσω
I fight
πονάω - πόνεσα -
θα πονέσω
I hurt/ache
ποτίζω - πότισα -
θα ποτίσω
I water/irrigate
πουλώ - πούλησα -
θα πουλήσω
I sell
πρέπει - έπρεπε -
θα πρέπει
I have to/must/is necc
προβάλλω - πρόβαλα -
θα προβάλω
I display/put up
προβάρω - πρόβαρα -
θα προβάρω
I rehearse
προειδοποιώ - προειδοποίησα -
θα προειδοποιήσω
I warn/forewarn
προετοιμάζω - προετοίμασα -
θα προετοιμάσω
I prepare
προκαλώ - προκάλεσα -
θα προκαλέσω
I provoke/cause/bring about
προλαβαίνω - πρόλαβα -
θα προλάβω
I prevent/anticipate/have time
προοδεύω - προόδεψα -
θα προοδέψω
I progress/flourish
προσβάλλω - πρόσβαλα -
θα προσβάλω
I insult
προσδιορίζω - προσδιόρισα -
θα προσδιορίσω
I determine
προσδοκώ - προσδοκούσα -
θα προσδοκώ
I expect/anticipate
προσέχω - πρόσεξα -
θα προσέξω
I watch/pay attention
προσθέτω - πρόσθεσα -
θα προσθέσω
I add
προσκαλώ - προσκάλεσα -
θα προσκαλέσω
I invite/call
προσπαθώ - προσπάθησα -
θα προσπαθήσω
I try
προσπερνάω - προσπέρασα -
θα προσπεράσω
I pass/overtake
προστατεύω - προστάτεψα -
θα προστατέψω
I protect/defend
προσφέρω - πρόσφερα -
θα προσφέρω
I offer/present/give
προσφωνώ - προσφώνησα -
θα προσφωνήσω
I address
προτείνω - πρότεινα -
θα προτείνω
I suggest
προτιμώ (άω) - προτίμησα -
θα προτιμήσω
I prefer
προφταίνω - πρόφτασα -
θα προφτάσω
I be in time/catch up/anticipate
προχωρώ - προχώρησα -
θα προχωρήσω
I approach/proceed/go on/advance
πυροβολώ - πυροβόλησα -
θα πυροβολήσω
I shoot
ράβω - έραψα -
θα ράψω
I sew
ριγώ (άω) - ρίγησα -
θα ριγήσω
I shiver
ρίχνω - έριξα -
θα ρίξω
I throw
ροκανίζω - ροκάνισα -
θα ροκανίσω
I plane/shave/gnaw/nibble at
ρουφώ - ρούφηξα -
θα ρουφήξω
I sip/suck
ροχαλίζω - ροχάλισα -
θα ροχαλίσω
I snore
ρυθμίζω - ρύθμισα -
θα ρυθμίσω
I adjust (something)
ρωτάω - ρώτησα -
θα ρωτήσω
I ask (a question)/inquire
σαπίζω - σάπισα -
θα σαπίσω
I decay/rot/decompose
σβήνω - έσβησα -
θα σβήσω
I erase/put out/extinguish
σηκώνω - σήκωσα -
θα σηκώσω
I lift/raise
σημαδεύω - σημάδεψα -
θα σημαδέψω
I take aim at/mark
σημαίνω - σήμανα -
θα σημάνω
I signify/mean/sound out/ring alarm
σημειώνω - σημείωσα -
θα σημειώσω
I note/mark
σιδερώνω - σιδέρωσα -
θα σιδερώσω
I iron
σκάβω - έσκαψα -
θα σκάψω
I dig
σκάζω/σκάω - έσκασα -
θα σκάσω
I burst/crack/explode
σκαλίζω - σκάλισα -
θα σκαλίσω
I dig over/search/rummage/pick
σκαλώνω - σκάλωσα -
θα σκαλώσω
I climb up/get held up
σκεπάζω - σκέπασα -
θα σκεπάσω
I cover/conceal/shelter
σκίζω - έσκισα -
θα σκίσω
I tear
σκοντάφτω - σκόνταψα -
θα σκοντάψω
I stumble
σκοπεύω/σκοπώ - σκόπευσα -
θα σκοπεύσω
I intend/point/aim
σκορπίζω - σκόρπισα -
θα σκορπίσω
I scatter/emit/squander
σκοτίζω - σκότισα -
θα σκοτίσω
I darken/confuse/worry
σκοτώνω - σκότωσα -
θα σκοτώσω
I kill
σκούζω - έσκουξα -
θα σκούξω
I howl/hoot
σκουπίζω - σκούπισα -
θα σκουπίσω
I sweep
σκύβω - έσκυψα -
θα σκύψω
I bend/stoop
σουρώνω - σούρωσα -
θα σουρώσω
I strain/filter
σπάζω / σπάω - έσπασα -
θα σπάσω
I break
σπουδάζω - σπούδασα -
θα σπουδάσω
I study
σπρώχνω - έσπρωξα -
θα σπρώξω
I push
στάζω - έσταξα -
θα στάξω
I drip/leak
σταματάω - σταμάτησα -
θα σταματήσω
I stop, cease
στέλνω - έστειλα -
θα στείλω
I send
στεναχωρώ - στεναχώρησα -
θα στεναχωρήσω
I grieve/distress/upset
στερώ - στέρησα -
θα στερήσω
I deprive
στοιχίζω - στοίχισα -
θα στοιχίσω
I cost
στολίζω - στόλισα -
θα στολίσω
I decorate/adorn
στραβώνω - στράβωσα -
θα στραβώσω
I bend/curl/make crooked/blind
στραγγίζω - στράγγισα -
θα στραγγίσω
I strain/drain/become worn out
στρέφω - έστρεψα -
θα στρέψω
I turn
στρίβω - έστριψα -
θα στρίψω
I turn/twist
στριμώχνω - στρίμωξα -
θα στριμώξω
I squash/squeeze/huddle
στρώνω - έστρωσα -
θα στρώσω
I spread/lay/cover/make the bed/lay the table
συγκεντρώνω - συγκέντρωσα -
θα συγκεντρώσω
I concentrate/gather/centralise
συγκινώ - συγκίνησα -
θα συγκινήσω
I move/touch
συγκρίνω - σύγκρινα/συνέκρινα -
θα συγκρίνω
I compare with
συγυρίζω - συγύρισα -
θα συγυρίσω
I tidy up
συγχαίρω - συγχάρηκα -
θα συγχαρώ
I congratulate
συγχύζω - σύγχυσα -
θα συγχύσω
I confuse
συγχωρώ - συγχώρησα -
θα συγχωρήσω
I forgive/excuse
συζητώ - συζήτησα -
θα συζητήσω
I discuss
συλλαμβάνω - συνέλαβα -
θα συλλάβω
I catch/seize/arrest
συμβιβάζω - συμβίβασα -
θα συμβιβάσω
I reconcile
συμβουλεύω - συμβούλεψα -
θα συμβουλέψω
I advise/counsel
συμπαθώ - συμπάθησα -
θα συμπαθήσω
I like/sympathise
συμπληρώνω - συμπλήρωσα -
θα συμπληρώσω
I fill in/complete/supplement
συμφωνώ - συμφώησα -
θα συμφωνήσω
I agree
συναντώ (άω) - συνάντησα -
θα συναντήσω
I meet
συνδέω - σύνδεσα -
θα συνδέσω
I connect/join/link
συνδυάζω - συνδύασα -
θα συνδυάσω
I combine/match
συνεχίζω - συνέχισα -
θα συνεχίσω
I continue
συνηθίζω - συνήθισα -
θα συνηθίσω
I get used to
συνοδεύω - συνόδεψα -
θα συνοδέψω
I accompany/escort
συνομιλώ - συνομίλησα -
θα συνομιλήσω
I converse/talk
συνταράζω - συντάραξα -
θα συνταράξω
I shock/upset/disturb/shake
συντομεύω - συντόμευσα -
θα συντομεύσω
I shorten
συστήνω - σύστησα -
θα συστήσω
I introduce/recommend
σφίγγω - έσφιξα -
θα σφίξω
I squeeze/tighten/clasp/grasp
σφουγγαρίζω - σφουγγάρισα -
θα σφουγγαρίσω
I mop/scrub
σχεδιάζω - σχεδίασα -
θα σχεδιάσω
I sketch/draw/form/shape
σχετίζω - σχέτισα -
θα σχετίσω
I relate to/associate with
σχηματίζω - σχημάτισα -
θα σχηματίσω
I shape/form
σχολιάζω - σχολίασα -
θα σχολιάσω
I comment on/criticise
σχολώ - σχόλασα -
θα σχολάσω
I finish (work)/dismiss
σώζω - έσωζα -
θα σώσω
I rescue/save
τάζω - έταξα -
θα τάξω
I promise/vow
ταΐζω - τάϊσα -
θα ταΐσω
I feed
ταιριάζω - ταίριαξα -
θα ταιριάξω
I fit/belong/match
τακτοποιώ - τακτοποίησα -
θα τακτοποιήσω
I arrange/put in order
ταλαιπωρώ - ταλαιπώρησα -
θα ταλαιπωρήσω
I torment/afflict/am cruel to
ταξιδεύω - ταξίδεψα -
θα ταξιδέψω
I travel
ταχυδρομώ - ταχυδρόμησα -
θα ταχυδρομήσω
I post
τείνω - έτεινα -
θα τείνω
I tend/lean to/stretch out
τελειώνω - τελείωσα -
θα τελειώσω
I finish/end
τελώ - τέλεσα -
θα τελέσω
I perform/do
τεντώνω - τέντωσα -
θα τεντώσω
I stretch/tighten
τηγανίζω - τηγάνισα -
θα τηγανίσω
I fry
τηλεφωνώ - τηλεφώνησα -
θα τηλεφωνήσω
I phone
τιμώ - τίμησα -
θα τιμήσω
I cost/honour
τιμωρώ - τιμώρησα -
θα τιμωρήσω
I punish
τινάζω - τίναξα -
θα τινάξω
I shake/hurl
τολμώ - τόλμησα -
θα τολμήσω
I dare/risk
τονίζω - τόνισα -
θα τονίσω
I emphasise/stress
τοποθέτω - τοποθέτησα -
θα τοποθετήσω
I put in place/position
τουρτουρίζω - τουρτούρισα -
θα τουτουρίσω
I shiver
τραβάω - τράβηξα -
θα τραβήξω
I pull/drag
τραγουδώ - τραγούδησα -
θα τραγουδήσω
I sing
τρακάρω - τράκαρα -
θα τρακάρω
I collide with
τραυλίζω - τραύλισα -
θα τραυλίσω
I stammer/stutter
τρέμω - έτρεμα -
θα τρέμω
I tremble/shake/quiver
τρέπω - έτρεψα -
θα τρέψω
I turn/convert
τρέφω - έθρεψα -
θα θρέψω
I feed, nourish
τρέχω - έτρεξα -
θα τρέξω
I run
τρίβω - έτριψα -
θα τρίψω
I rub/brush/grind
τριγυρίζω - τριγύρισα -
θα τριγυρίσω
I wander around/roam/surround
τρίζω - έτριξα -
θα τρίξω
I creak/squeak/crunch/crackle
τρομάζω - τρόμαξα -
θα τρομάξω
I frighten/scare
τρώω - έφαγα -
θα φάω
I eat
τσακώνω - τσάκωσα -
θα τσακώσω
I quarrel/arrest
τσιμπαώ - τσίμπησα -
θα τσιμπήσω
I bite/peck/nip/have a bite of (food)
τυλίγω - τύλιξα -
θα τυλίξω
I wrap/enfold/envelop
τυπώνω - τύπωσα -
θα τυπώσω
I print/publish
τυχαίνω - έτυχα -
θα τύχω
I happen
υγραίνω - ύγρανα -
θα υγράνω
I moisten/make damp
υιοθέτω - υιοθέτησα -
θα υιοθετήσω
I adopt
υπακούω - υπάκουσα -
θα υπακούσω
I obey/abide
υπάρχω/ει - υπήρξα/ε -
θα υπάρξω/ει
I exist
υπογράφω - υπέγραψα -
θα υπογράψω
I sign
υποθέτω - υπέθεσα -
θα υποθέσω
I assume/suppose
υπολογίζω - υπολόγισα -
θα υπολογίσω
I reckon/estimate/calculate
υποστηρίζω - υποστήριξα -
θα υποστηρίξω
I support/sponsor
υποφέρω - υπέφερα -
θα υποφέρω
I suffer/endure (illness)
υποχωρώ - υποχώρησα -
θα υποχωρήσω
I retreat/withdraw/back down/give way/relent
υψώνω - ύψωσα -
θα υψώσω
I raise
φανερώνω - φανέρωσα -
θα φανερώσω
I reveal/show
φέρνω - έφερα -
θα φέρω
I bring/carry/bear
φεύγω - έφυγα -
θα φύγω
I leave
φιλάω - φίλησα -
θα φιλήσω
I kiss
φονεύω - φόνευσα -
θα φονεύσω
I murder (1)
φοράω - φόρεσα -
θα φορέσω
I wear
φορτίζω - φόρτισα -
θα φορτίσω
I charge (electrically)
φουσκώνω - φούσκωσα -
θα φουσκώσω
I am full/full up/bloated
φράζω - έφραξα -
θα φράξω
I enclose/obstruct/block
φρενάρω - φρέναρα -
θα φρενάρω
I brake
φρενιάζω - φρένιασα -
θα φρενιάσω
I enrage
φροντίζω - φρόντισα -
θα φροντίσω
I look after/take care of
φρονώ - φρόνησα -
θα φρονήσω
I believe/think
φταίω - έφταιξα -
θα φταίξω
I am responsible/at fault
φτάνω - έφτασα -
θα φτάσω
I arrive/draw near/be enough
φτερουγίζω - φτερούγησα -
θα φτερουγήσω
I flap/flutter
φτιάχνω - έφτιαξα -
θα φτιάξω
I make/put right/arrange/fix
φτουράω - φτούρησα -
θα φτουρήσω
I go a long way (usually 3rd person)
φυλακίζω - φυλάκισα -
θα φυλακίσω
I imprison
φυλάω - φύλαξα -
θα φυλάξω
I guard/protect/watch over
φυσώ (άω) - φύσηξα -
θα φυσήξω
I blow
φυτεύω - φύτεψα -
θα φυτέψω
I plant
φωνάζω - φώναξα -
θα φωνάξω
I shout/summon
φωτίζω - φώτισα -
θα φωτίσω
I shine on/give light to/illuminate
χαζεύω - χάζεψα -
θα χαζέψω
I hang around/gape at/idle away
χαϊδεύω - χάϊδεψα -
θα χαϊδέψω
I stroke/caress
χαιρετώ - χαιρέτησα -
θα χαιρετήσω
I greet
χαίρω - χάρηκα -
θα χαρώ
I am glad
χαλαρώνω - χαλάρωσα -
θα χαλαρώσω
I relax/loosen
χαλάω - χάλασα -
θα χαλάσω
I spoil/ruin/break also break down
χαμηλώνω - χαμήλωσα -
θα χαμηλώσω
I lower, bring down
χαμογελάω - χαμογέλασα -
θα χαμογελάσω
I smile
χάνω - έχασα -
θα χάσω
I lose/miss
χαρίζω - χάρισα -
θα χαρίσω
I donate/forgive/give away
χειροκροτώ - χειροκρότησα -
θα χειροκροτήσω
I applaud
χειροτερεύω - χειροτέρεψα -
θα χειροτέψω
I deteriorate/get worse
χορεύω - χόρεψα -
θα χορέψω
I dance
χορταίνω - χόρτασα -
θα χορτάσω
I am satisfied/have one’s fill
χρησιμοποιώ - χρησιμοποίησα -
θα χρησιμοποιήσω
I use
χρονίζω - χρόνισα -
θα χρονίσω
I take a long time/ drag on
χρωστάω - χρωστούσα -
θα χρωστώ
I owe/am in debt
χτίζω - έχτισα -
θα χτίσω
I build
χτυπώ - χτύπησα -
θα χτυπήσω
I hit/knock/beat
χύνω - έχυσα -
θα χύσω
I pour/spill
χωρίζω - χώρισα -
θα χωρίσω
I separate/divide
χωρώ - χώρεσα -
θα χωρέσω
I hold/contain/fit
ψαρεύω - ψάρεψα -
θα ψαρέψω
I fish
ψάχνω - έψαξα -
θα ψάξω
I look for/seek/search for
ψηλώνω - ψήλωσα -
θα ψηλώσω
I grow taller/rise
ψήνω - έψησα -
θα ψύσω
I bake/roast
ψηφίζω - ψήφισα -
θα ψιφίσω
I vote for
ψιθυρίζω - ψιθύρισα -
θα ψιθυρίσω
I whisper/mutter
ψοφώ - ψόφησα -
θα ψοφήσω
I die (of animals)/be crazy about
ψυχαγωγώ - ψυχαγώγησα -
θα ψυχαγωγήσω
I entertain
ψωνίζω - ψώνισα -
θα ψωνίσω
I shop
ωριμάζω - ωρίμασα -
θα ωριμάσω
I ripen/ mature
ωφελώ - ωφέλησα -
θα ωφελήσω
I gain/benefit
ανεμίζω - ανέμισα -
θα ανεμίσω
I wave/ripple/flutter
κυματίζω - κυμάτισα -
θα κυματίσω
I wave/undulate/float
πενθώ - πένθησα -
θα πενθήσω
I mourn