mes mots - S3 Flashcards
dans le cadre / au sein de
στο πλαίσιο
le sein
ο μαστός
la mentalité
νοοτροπία
il faut changer de mentalité
πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία
il faut changer de vie / train
αλλάζω τρένο , ζωή
la correspondance
η ανταπόκριση
notamment
κυρίως
remporte le prix Nobel
παίρνω, κερδίζω
À tout prix
πασει θυσία
adhérer
εντάσσομαι
adhésion
ένταξη
la canicule
καύσωνας
de plus en plus mal
όλο και χειρότερα
soit
έστω
soit … soit
είτε…είτε
la baisse
πτώση
baisser le son
χαμήλωσε τον ήχο
signifier
σημαίνει
tandis que / alors que
ενω
constater
διαπιστώνω
le bonnet
καπέλο
faire fondre
λιώνω
la fonte de glace
το λιώσιμο
entraîner / causer / provoquer
προκαλώ
un feu
φωτια, φαναρι
l’Hexagone
La France
le transport en commun
δημόσιες συγκοινωνίες
encore meilleure solution
ακόμη καλύτερη λύση
quitter / abandonner
εγκαταλείπω
Être issu de / provenir de
προέρχομαι
beaucoup de personnes / beaucoup de gens
πολλοί άνθρωποι
orchestre (k)
ορχήστρα
tu as raison / tu as tort
έχεις δίκιο / άδικο
c’est un phénomène très répandu
διαδεδομένο φαινόμενο
se répandre
εξαπλώνομαι
les milieux populaire
η λαϊκή τάξη
décennie / dans les années ‘70
δεκαετία
le vécu
το βίωμα
quant à / en ce qui concerne / concernant
σε ό,τι αφορά
se soigner
φροντίζω τον εαυτό μου, θεραπεύομαι
ensemble
μαζί, το σύνολο
patrimoine (la), héritage
.
cet équilibre est bouleversé
αυτή η ισορρπία διαταράσσεται
initiative
πρωτοβουλία
rélever
αναγνωρίζω, ανασηκώνω
faire prendre conscience d’un problème
.
les récifs de coraux
κοραλλιογενείς ύφαλοι
abriter
στεγάζω, προφυλάσσω
ravage (le)
η καταστροφή
domicile (le)
η κατοικία
approuver: entièrement d’accord, je suis d’accord avec toi, tu as raison, je t’approuve complètement, je partage totalement ton opinion
désapprouver: je ne partage pas votre point de vue, je suis totalement opposé à cette idée, tu as tort de ne pas porter de casqué, tu ne devrais plus circuler en voiture
la classe ouvrière
η εργατική τάξη
faire son apparition
εμφανίζομαι
au sein des populations marginales
.
les faubourgs, la périphérie, la banlieue
τα περίχωρα
la réforme tarifaire
τιμολογιακή πολιτική
l’entrée est paysante / gratuite
είσοδος επί πληρωμή / ελεύθερη
la réforme
μεταρρύθμιση
le moyennant
με τη βοήθεια, με πληρωμή
faire face à / faire face à la montée du racisme
αντιμετωπίζω
privilégié
προνομιούχος, προνομιακός
aborder
προσεγγίζω
l’abbée
ηγούμενος
un appel / lancer un appel
κλήση, κάλεσμα
la solidarité
αλληλεγγύη
les sans-abri
άστεγοι
être atteint par / ils sont atteint par le virus du VIH
προσβάλλομαι
la crèche
κούνια, βρεφονηπιακός σταθμός
une halfe-garderie
νηπιαγωγείο
atelier (un)
εργαστήριο
mériter
αξίζω
la valeur / le mérité
η αξία
la dignité
αξιοπρέπεια
envers
προς
soin de santé
φροντιδα υγείας
le dispositif
το δυναμικό
patrouiller
περιπολώ
SDF
sans domicile fixe
un laissé-pour-compte
ανεπιθύμητο πρόσωπο
les marginaux / les démuni
περιθωριακοί, φτωχοί
militer
στρατεύομαι
il a acquis une bonne expérience
αποκόμισε μια καλή εμπειρία
le frottement
η τριβή
pour y remédier à
για να βρούμε μια λύση
de moins en moins
όλο και λιγότερο
mis à part ça
πέρα από αυτό
radin (e) vs généreux(euse)
τσιγκούνης - γενναιόδωρος
au secours
βοήθεια!
un,une pote
κολλητός
le samu
ασθενοφόρο
le prétexte
αφορμή, πρόσχημα
se mettre en colère
θυμώνω
répondre à qc
ανταποκρίνομαι σε κάτι
une attente
προσδοκία, αναμονή, προμονή
le pionnier
πρωτοπόρος
attrayant(e)
δελεαστικός, ελκυστικός
prospère
οικονομικά επιτυχημένος, αποδοτικός
je demeure (demeurer) à votre disposition (avoir/être)
παραμένω στη διάθεσή σας
agréer
δέχομαι
distingué
διακεκριμένος, ευγενικός
titulaire
κάτοχος-φέρων τίτλο
le déplacement
η μετακίνηση
confier qc à qn
εμπιστεύομαι κτ σε κπ
retenir l’attention
κρατώ την προσοχή
de vive voix
προφορικά
renomée
η φήμη
évoluer
εξελίσσομαι
désireux de faire évoluer ma situation
.
faire valoir mes compétences
αξιοποιώ τις ικανότητες μου
nuire à qc (nuit à la santée)
προκαλώ ζημιά σε κτ
nuisible
βλαβερός, ζημιογόνος
Rémunérer
αμείβω, ανταμείβω
se donner les moyens de faire qc
.
émulation
άμιλλα, εξομοίωση, προσομείωση
supplémentaire
συμπληρωματικός
fructuese
fruitful
une épreuve
εξέταση, άσκηση
la rédaction
σύνταξη, έκθεση
ouverture ≠ fermeture = clôture
ανοιγμα - κλείσιμο
avant J.-C ≠ après J.-C
προ / μετά
septante, nonante
.
la thèse
διατριβή
la touche (mettre la touche)
πινελιά
achever
ολοκληρώνω
la signature (mettre la signature)
βαζω την υπογραφή μου
se munir de courage
εφοδιάζομαι
exiger
επιβάλλω
exigeant(e) / une exigence = une demande
απαιτητικός - απαίτηση
une vengeance
εκδίκηση
je me moque de toi
σε πειράζω
une période transitoire
μεταβατική περίοδος
il gèle
κάνει παγωνιά
soigner (prendre soin de qn)
φροντίζω
se faire soigner
θεραπεύομαι
postulation
υποψηφιότητα
obligatoire ≠ facultatif
υποχρεωτικός / προαιρετικός
douter / se douter
αμφιβάλλω / υποψιάζομαι
le baccalauréat
απολυτήριο λυκείου
en tant que / comme
ως
épeler
συλλαβίζω