VERBS Flashcards
evolve, develop, improve(ε/π)
to become, to evolve
εξελίσσω να εξελίξω
εξελίσσομαι (I evolve) θα εξελιχθώ (I will evolve) εξελισσόμουν (I evolved) εξελίχθηκα (I evolved)
to be sold(π)
πουλιέμαι, θα πουληθώ. πουλιόμουν(α), πουλήθηκα
To cut myself
κόβομαι, θα κοπώ, κόπηκα, κοβόμουν(α)
To be impressed
εντυπωσιάζομαι, θα εντυπωσιαστώ, εντυπωσιάστηκα, εντυπωσιαζόμουν
To be built
χτιζομαι, θα χτιστω, χτιστηκα, χτιζομουν(α) οσουν, οταν, ομασταν, οσασταν, ονταν
to express
εκφράζω
to remind (sb) of
Θυμίζω
Το provide, offer, give (ε/π)
παρέχω, θα παράσχω, ____, παρείχα
παρέχομαι,να παρασχεθώ, παρασχέθηκα, παρεχόμουν
To profit, to realize, to reap,
Adam derives great satisfaction from writing poetry.
αποκομίζω
Ο Άνταμ αποκομίζει μεγάλη ευχαρίστηση γράφοντας ποίηση.
to inform, update, notify
ενημερώνω,
θα ενημερώσω, ενημέρωσα, ενημέρωνα
I remind
But I shall continue to remind you
υπενθυμίζω
Θα συνεχίσω να σoυ τo υπενθυμίζω
to be warned, prescribed
προειδοποιούμαι, θα προειδοποιηθώ,προειδοποιήθηκα, προειδοποιούμουν (προειδοποιούσουν, προειδοποιούνταν, προειδοποιούμαστε, προειδοποιούσαστε, προειδοποιούνταν)
I forewarn
προειδοποιώ
to drive [sb] crazy, drive [sb] mad, drive [sb] insane
irritate, bother// to be driven crazy
τρελαίνω
τρέλανα
Tρελαίνομαι
τρελάθηκα
τρελαθώ
το mention, report, refer to [sb/sth] (ε/π)
Don’t forget to mention the party when you talk to Olivia.
αναφέρω να αναφέρω ανέφερα, ανέφερα
αναφέρομαι να αναφερθώ, αναφέρθηκα, αναφερόμουν
Μην ξεχάσεις να αναφέρεις το πάρτυ όταν μιλήσεις με την Ολίβια.
flee
I was almost mugged but I managed to get away.
ξεφεύγω να ξεφύγω ξέφευγα ξέφυγα
Σχεδόν με λήστεψαν, αλλά κατάφερα να ξεφύγω.
get angry
I get angry when people are rude and obnoxious.
θυμώνω να θυμώσω θύμωσα θύμωνα είμαι θυμωμένος
Θυμώνω (or: νευριάζω) όταν οι άνθρωποι είναι αγενείς και ενοχλητικοί.
destroy (ε/π), ruin, wreck, devastate
The earthquake destroyed all the buildings on this block.
καταστρέφω να καταστρέψω κατάστρεψα κατάστρεφα
καταστρέφομαι να καταστραφώ καταστρεφόμουν καταστράφηκα
Ο σεισμός κατέστρεψε όλα τα κτίρια σ’ αυτό το τετράγωνο.
control check, inspect test manipulate (ε/π)
The courts in the US are supposed to limit the power of the president and Congress.
ελέγχω να ελέγξω έλεγξα (ήλεγξα) έλεγχα (ήλεγχα)
ελέγχομαι να ελεγχθώ ελέγχθηκα ελεγχόμουν
Τα δικαστήρια στις ΗΠΑ υποτίθεται πως ελέγχουν την εξουσία του προέδρου και του Κογκρέσου.
consider, regard, think, believe (ε/π)
I look upon television as a bad influence.
Several people were identified as possible suspects in the robbery.
θεωρώ να θεωρήσω θεώρησα θεωρούσα
θεωρούμαι να θεωρηθώ θεωρήθηκα θεωρούμουν
Θεωρώ την τηλεόραση κακή επιρροή.
Αρκετά άτομα θεωρήθηκαν πιθανοί ύποπτοι για τη ληστεία.
stop, quit, pause, cease, hush, shut up (ε/π)
The machine broke, so the foreman called a halt to the work.
παύω να παύσω / να πάψω έπαυσα / έπαψα έπαυα
παύομαι, να παυτώ/να παυθώ παύτηκα/παύθηκα παυόμουν
Το μηχάνημα χάλασε κι έτσι ο εργοδηγός έπαυσε τις εργασίες.
introduce, refer, advise, found, establish (ε/π/ π. παρατατικος)
Allow me to introduce my friend Stephen.
συστήνω να συστήσω σύστησα, σύστηνα
συστήνομαι, να συστηθώ, συστήθηκα,
συστηνόμουν συστηνόμουνα (προφ.)
συστηνόσουν συστηνόσουνα (προφ.)
συστηνόταν συστηνότανε (προφ.)
συστηνόμαστε συστηνόμασταν (προφ.)
συστηνόσαστε συστηνόσασταν (προφ.)
συστήνονταν συστηνόντανε / συστηνόντουσαν (προφ.)
Επιτρέψτε μου να σας συστήσω (or: γνωρίσω) τον φίλο μου Στίβεν.
show, reveal, develop
The computer displays the test items and the students use the keyboard to enter their responses.
(π) appear, show up, be developed
At last, they appeared at the far end of the beach.
εμφανίζω
Ο υπολογιστής εμφανίζει τα τεστ και οι μαθητές χρησιμοποιούν το πληκτρολόγιο για να καταχωρήσουν τις απαντήσεις τους.
εμφανίζομαι
Τελικά, εμφανίστηκαν (or: φάνηκαν) στην άλλη άκρη της παραλίας.
doubt (ε/π)
I doubt if I can help you.
αμφιβάλλω, να αμφιβάλω, αμφέβαλα, αμφέβαλλα
αμφιβάλλεται
Αμφιβάλλω αν μπορώ να σε βοηθήσω.
dare
τολμάω, τολμώ να τολμήσω τόλμησα τολμούσα
quit, give up, abandon, dump
παρατάω, παρατώ
take on, assume, take over, bear, carry, receive(ε/π)
The builder agreed to undertake the renovation.
αναλαμβάνω να αναλάβω, ανάλαβα (ανέλαβα) αναλάμβανα
Ο οικοδόμος συμφώνησε να αναλάβει την ανακαίνιση.
αναλαμβάνομαι, να αναληφθώ, αναλήφθηκα, αναλαμβανόμουν
move forward
advance
proceed
progress, move
προχωράω,
προχωρώ
be impatient
cannot wait
look forward
ανυπομονώ
like
to be into
enjoy
γουστάρω να γουστάρω γουστάρισα γουστάριζα / γούσταρα / γούστερνα
beg, plead
ικετεύω να ικετεύσω / να ικετέψω ικέτευσα / ικέτεψα
become sick, get sick
αρρωσταίνω να αρρωστήσω αρρώστησα αρρώσταινα αρρωστημένος
slip
slide
glide
γλιστράω, γλιστρώ να γλιστρήσω, γλίστρησα, γλιστρούσα/γλίστραγα
escape
get out of [sth]
save
γλιτώνω
exercise, train, practice
εξασκούμαι να εξασκηθώ, εξασκήθηκα, εξασκούμουν
discover, find out (ε/π)
ανακαλύπτω να ανακαλύψω, ανακάλυψα, ανακάλυπτα
ανακαλύπτομαι, να ανακαλυφτώ, ανακαλύφτηκα
forbid, ban, prohibit (ε/π)
απαγορεύω, να απαγορεύσω / να απαγορέψω
απαγορεύομαι, να απαγορευτώ να απαγορευθώ, απαγορεύτηκα
απαγορεύθηκα
prove
be proven, prove yourself
αποδεικνύω να αποδείξω, απόδειξα, αποδείκνυα / απόδειχνα
αποδεικνύομαι, να αποδειχτώ να αποδειχθώ
intend, plan, aim, mean
σκοπεύω να σκοπεύσω σκόπευσα σκόπευα
murder, kill, assassinate (ε/π)
δολοφονώ
δολοφονούμαι,να δολοφονηθώ
like (ε/π)
συμπαθώ, συμπαθιέμαι / συμπαθούμαι, να συμπαθηθώ, συμπαθήθηκα
break, break down, spoil, waste (ε/π)
χαλάω,
χαλώ
χαλιέμαι / χαλνιέμαι, να χαλαστώ, χαλάστηκα
watch, attend, monitor pay attention(ε/π)
παρακολουθώ
παρακολουθούμαι, να παρακολουθηθώ
jump, leap, skip, fuck (ε/π)
πηδάω/πηδώ να πηδήξω / να πηδήσω, πήδηξα / πήδησα, πηδούσα/πήδαγα
πηδιέμαι, να πηδηχτώ, πηδήχτηκα, πηδιόμουν/πηδιόμουνα
hide, conceal, hold back (ε/π)
κρύβω να κρύψω,
κρύβομαι, να κρυφτώ, κρύφτηκα
cry, mourn, lament (ε/π)
κλαίω/κλαίγω να κλάψω, έκλαψα/’κλαψα, έκλαιγα/’κλαιγα
κλαίγομαι, να κλαυτώ
redo
ξανακάνω, να ξανακάνω, ξανάκαμα / ξανάκανα, ξαναέκαμα / ξαναέκανα
είναι ξανακαμωμένος
repeat(ε/π) (ε,υ,α)
επαναλαμβάνω να επαναλάβω, επανέλαβα
επαναλαμβάνομαι, να επαναληφθώ
hate, detest, loathe, be disgusted by
I hate that film because it is so violent
σιχαίνομαι να σιχαθώ, σιχαθηκα
την σιχαίνομαι αυτη την ταινία επειδή έχει πολλή βία
chase, hunt, pursue(ε/π)
κυνηγάω, κυνηγώ
κυνηγιέμαι να κυνηγηθώ
pick, pick up, collect, raise, congregate, summon, bring, tidy, control (ε/π)
μαζεύω να μαζέψω / να μάσω, μάζεψα / έμασα
μαζεύομαι, να μαζευτώ, μαζεύτηκα
remain, stay
παραμένω να παραμείνω, παρέμεινα / παρέμεινα, παρέμενα/παρέμενα
be ashamed, be embarassed
ντρέπομαι να ντραπώ, ντράπηκα
mix up, confuse, tangle, entangle, involve (ε/π)
μπλέκω να μπλέξω, έμπλεξα/’μπλεξα
μπλέκομαι, να μπλεχτώ, μπλέχτηκα
demand, require, claim(ε/π)
απαιτώ
απαιτούμαι, να απαιτηθώ
take, receive (ε/π)
λαμβάνω να λάβω έλαβα
λαμβάνομαι, να ληφθώ
touch
I was warned not to touch the switch.
αγγίζω, αγγίξω, άγγιξα, άγγιζα
Με προειδοποίσαν να μην αγγίξω το διακόπτη.
be missing
The police are looking for a missing boy.
αγνοούμαι, να αγνοηθώ
Η αστυνομία ψάχνει για ένα αγόρι που αγνοείται.
anxious, I get
Lilianne was nervous about the situation, so I told her to relax and take it easy.
αγχώνομαι, αγχωθώ, αγχώηθκα, αγχωνόμουν
Η Λίλιαν αγχώθηκε με την όλη κατάσταση, γι’ αυτό της είπα να ηρεμήσει.
Feel
I get lonely if there’s nobody to talk to.
αισθάνομαι, αισθανθώ, αισθάνθηκα, αισθανόμουν
Αισθάνομαι μοναξιά όταν δεν υπάρχει κανένας να του μιλήσω
follow
Bicyclists must follow the same traffic rules as drivers.
ακολουθώ
Οι ποδηλάτες πρέπει ν’ ακολουθούν τους ίδιους κανόνες κυκλοφορίας με τους οδηγούς αυτοκινήτων.
cancelled, I am
The concert had to be called off because of the typhoon.
ακυρώνομαι, ακυρωθώ, ακυρώθηκα, ακυρώνομουν
Η συναυλία έπρεπε ν’ ακυρωθεί εξαιτίας του τυφώνα.
cancel
Have you ever had your flight canceled?
ακυρώνω, ακυρώσωυ, ακύρωσα, ακύρωνα
Σου ακύρωσαν ποτέ την πτήση σου;
change
We need to change.
αλλάζω
Πρέπει ν’ αλλάξουμε.
defend myself
If somebody attacks you, you need to be able to defend yourself.
αμύνομαι, αμυνθώ, αμύνθηκα,αμυνόμουν
Αν κάποιος σου επιτεθεί, πρέπει να αμυνθείς.
rise, climb, ascend, increase, cheer up
When was the last time you were in a car?
ανεβαίνω
Πότε ανέβηκες σε αυτοκίνητο τελευταία φορά;
postpone, defer, stall, put off
We can’t put it off any longer.
αναβάλλω, αναβάλω, ανέβαλα, ανέβαλλα
Δεν μπορούμε να το αναβάλλουμε άλλο.
turn on, switch on
Should I turn on the light?
ανάβω
Ν’ ανάψω το φως;
recognize
recognize myself
The thief was difficult to identify, as he was wearing a mask.
αναγνωρίζω
αναγνωρίζομαι, αναγνωριστώ, αναγνωρίστηκα, αναγνωριζόμουν
Ήταν δύσκολο να αναγνωριστεί ο ληστής, μιας και φορούσε μάσκα.
discover
In the aftermath of the tornado, they discovered a lot of uprooted trees and houses that had been blown down.
ανακαλύπτω
Στον απόηχο του ανεμοστρόβιλου ανακάλυψαν πολλά ξεριζωμένα δέντρα και σπίτια που τα έριξε ο αέρας.
interview, cross-examine
The police want to question a suspect in connection with the murder.
ανακρίνω, ανακρίσω, ανάκρισα, ανάκρινα
Η αστυνομία θέλει ν’ ανακρίνει έναν ύποπτο σχετικά με το φόνο.
recycle (ε/π)
If you have trash that can be recycled, throw it away in the proper bins.
ανακυκλώνω
ανακυκλώνομαι
Αν έχεις σκουπίδια που μπορούν ν’ ανακυκλωθούν, πέταξέ τα στους κατάλληλους κάδους.
develop, grow, rise, evolve, expand (ε/π)
The company grew quickly due to a strong demand for its products.
αναπτύσσω, ανέπτυξα αναπτύσσομαι, να αναπτυχθώ
Η εταιρεία αναπτύχθηκε γρήγορα χάρη στη μεγάλη ζήτηση των προϊόντων της.
wonder
I wonder why she left early.
αναρωτιέμαι, αναρωτηθώ, αναρωτήθηκα, αναρωτιόμουν
Αναρωτιέμαι γιατί έφυγε νωρίς.
blowing up, I am
The F1 racer caught fire and blew up.
ανατινάζομαι, ανατιναχτώ, ανατινάχτηκα, ανατιναζόμουν
Το αυτοκίνητο της Φόρμουλα Ένα έπιασε φωτιά και ανατινάχτηκε.
refer, relate, pertain, advert
It’s reported that two people were injured in the explosion.
αναφέρομαι, αναφερθώ,αναφέρθηκα, αναφερόμουν
Αναφέρεται ότι δύο (2) άτομα τραυματίστηκαν στην έκρηξη
tolerate, put up with, bear
We live next to an international airport, so we have to put up with a lot of noise.
ανέχομαι, ανεχτώ, ανέχτηκα, ανεχόμουν
Μένουμε δίπλα σ’ ενα διεθνές αεροδρόμιο και πρέπει να ανεχόμαστε τη φασαρία.
worry, concern, disquiet
There’s nothing you can do about the situation, so there’s no use worrying about it.
ανησυχώ, ανησυχήσω, ανησύχησα, ανησυχούσα
Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για την κατάσταση, γι’ αυτό δεν έχει νόημα να ανησυχείς.
repay, return
Put a smile on your face, and you’ll certainly get lots of smiles back.
ανταποδίνω, ανταποδώσω, ανταπέδωσα
Φόρα ένα χαμόγελο και σίγουρα θα σου ανταποδώσουν πολλά χαμόγελα.
copy, duplicate, transcribe
I copied the schedule.
αντιγράφω, αντιγράψω, αντέγραψα, αντέγραφα
Αντέγραψα το πρόγραμμα.
encounter, confront, come up against
Several men got angry with Jack in the bar and Jack told them he wasn’t afraid to take them on.
αντιμετωπίζω, αντιμετωπίσω, αντιμετώπισα, αντιμετώπιζα
Πολλοί άντρες τσαντίστηκαν με τον Τζακ στο μπαρ και ο Τζακ τους είπε ότι δεν φοβάται να τους αντιμετωπίσει.
deserve, merit
Our flight was very early in the morning, so it wasn’t worth going to bed.
αξίζω, άξιζα
Η πτήση μας ήταν πολύ νωρίς το πρωί, γι’ αυτό δεν άξιζε να κοιμηθούμε.
detest, hate
Vadim hates flying.
απεχθανομαι, απεχθανόμουν
Ο Βάντιμ απεχθάνεται τις πτήσεις.
take off
We took off an hour ago, and now we’re flying at a speed of nine hundred kilometers per hour at an altitude of ten thousand meters.
απογειώνομαι, απογειωθώ, απογειώθηκα, απογειωνομουν
Απογειωθήκαμε πριν από μια ώρα και τώρα πετάμε με ταχύτητα εννιακοσίων (900) χιλιομέτρων την ώρα σε υψόμετρο δέκα χιλιάδων (10.000) μέτρων.
prove myself
Nobody believed Sara at first, but she turned out to be right.
αποδεικνύομαι, αποδειχτώ, αποδείχτηκα, αποδεικνυόμουν
Κανείς δεν πίστεψε τη Σάρα αρχικά, αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο.
accept
She accepted the job in spite of the salary, which was rather low.
αποδεχομαι, αποδεχτώ, αποδέχτηκα, αποδεχόμουν
Αποδέχτηκε τη δουλειά παρά το μισθό, ο οποίος ήταν μάλλον χαμηλός.
disapprove, disfavor
The audience was critical of the music performance.
αποδοκιμάζω, αποδοκιμάσω, αποδοκίμασα, αποδοκίμαζα
Το κοινό αποδοκίμασε την μουσική ερμηνεία.
store, stock
You should always save your files as you’re working on them just in case your computer crashes.
αποθηκεύω, αποθηκεσω, αποθήκεσα, αποθήκευα
Πρέπει πάντα να αποθηκεύεις τα αρχεία σου, όταν δουλεύεις μ’ αυτά, σε περίπτωση που ο υπολογιστής σου κρασάρει.
falling asleep
The noise keeps me from falling asleep.
αποκοιμάμαι, αποκοιμηθώ, αποκοιμήθηκα, αποκοιμόμουν
Ο θόρυβος με βοηθάει να μην αποκοιμηθώ.
enjoy
You really enjoyed your training course
απολαμβάνω, απολαύσω, απόλαυσα, απολάμβανα
Απόλαυσες πραγματικά το πρόγραμμα της προπόνησής σου.
expect
αναμένω
rejected, I get
After college, Zahida was turned down from every job she applied for.
απορρίπτω απορρίπτομαι, απορριφθώ, απορρίφθηκα, απορριπτόμουν
Μετά το κολλέγιο η Ζαΐντα απορρίφτηκε απ’ όλες τις δουλειές, όπου έκανε αίτηση.
make up
αποτελώ
consist
Cake consists mainly of sugar, flour, and butter.
αποτελούμαι, αποτελεστώ, αποτελέστηκα, αποτελούμουν
Το κέικ αποτελείται κυρίως από ζάχαρη, αλεύρι και βούτυρο.
avoid
I’d promised I’d attend her wedding, now there’s nothing I can do to get out of it.
αποφευγω
Είχα υποσχεθεί να παρευρεθώ στο γάμο, τώρα όμως δεν γίνεται να το αποφύγω.
graduate
αποφοιτώ, αποφοιτώ, αποφοίτησα, αποφοιτούσα
say goodbye
αποχαιρετώ
late, I am
αργώ, αργήσω, άργησα, αργούσα
deny
αρνιέμαι, αρνηθώ, αρνήθηκα, αρνιόμουν
grab, catch, seize
αρπάζω, αρπάξω, άρπαξα, άρπαζα
grow, multiply,
My salary’s increased by three hundred fifty euros.
αυξάνομαι, αυξηθώ, αυξήθηκα, αυξανόμουν
Ο μισθός μου αυξήθηκε κατά τριακόσια πενήντα ευρώ
leave
αφήνω
dedicate, spend
How much time do you spend on your English assignments every day?
αφιερωνω
Πόσο χρόνο αφιερώνεις καθημερινά στις εργασίες σου στα αγγλικά;
concern
A scandal involving an oil company is an oil company scandal.
αφορώ, αφορούσα
Το σκάνδαλο που αφορά εταιρεία πετρελαίου λέγεται σκάνδαλο εταιρείας πετρελαίου
put, set
He’s upset with him because he wants to put their parents in a nursing home.
βάλλω, βάλω, έβαλα, έβαλλα
Είναι εκνευρισμένος μαζί του γιατί εκείνος θέλει να βάλει τους γονείς τους σε γηροκομείο.
bored, I am, feed up
βαριέμαι, βαρεθώ, βαρέθηκα, βαριόμουν
rely, count on, depend on
Julius is someone you can rely on.
Βασίζομαι, βασιστώ, βασίστηκα, βασιζόμουν
Ο Τζούλιους είναι άτομο, στο οποίο μπορείς να βασιστείς.
paint, color
Somebody has painted the door
βάφω, βάψω, έβαψα, έβαφα
Κάποιος έχει βάψει την πόρτα.
bring out, remove, take out,
Take your shoes off before coming inside my house, and please don’t wake the baby up.
βγάζω, βγάλω, έβγαλα, έβγαζα
Βγάλε τα παπούτσια σου πριν μπεις στο σπίτι μου και σε παρακαλώ μην ξυπνήσεις το μωρό.
improve
You can improve your language skills by reading more.
βελτιώνω,βελτιώσω, βελτίωσα, βελτίωνα
Μπορείς να βελτιώσεις τις γλωσσικές σου ικανότητες διαβάζοντας περισσότερο.
hurry, be in a rush
I’d better hurry.
βιαζομαι
Καλύτερα να βιαστώ.
to be seen
We don’t see each other very often.
βλεπομαι, να ιδωθώ, ειδώθηκα
Δεν βλεπόμαστε πολύ συχνά.
brush
I brush my teeth every morning.
Βουρτσίζω
Βουρτσίζω τα δόντια μου κάθε πρωί.
boil, seethe
Water boils at one hundred degrees Celsius.
βράζω, βράσω, έβρασα, έβραζα
Το νερό βράζει στους εκατό βαθμούς Κελσίου.
rain, wet, douse
I’d rather wait until it stops raining.
βρέχω, βρέξω, έβρεξα, έβρεχα
Προτιμώ να περιμένω ώσπου να σταματήσει να βρέχει.
be located, am, I
βρίσκομαι, βρεθώ, βρέθηκα, βρισκόμουν
Βρέθηκαν σε δύσκολη κατάσταση.
find
Do you think I should get another job?
βρίσκω
Τι λες, να έβρισκα καμιά άλλη δουλειά;
thunder, slam
I heard someone slamming the door in the middle of the night.
βροντάω, βροντάω, βρόντηξα, βροντούσα
Άκουσα κάποιον μες στη νύχτα να βροντάει την πόρτα.
fill
Please fill this pot with water and put it on the stove to boil.
γεμιζω
Σε παρακαλώ γέμισε αυτή την κατσαρόλα με νερό και βάλ’ τη στο μάτι της κουζίνας να βράσει.
born, I am, originate
I was born in Colombia in nineteen eighty-nine
γεννιέμαι, γεννηθώ, γεννήθηκα, γεννιόμουν
Γεννήθηκα στην Κολομβία το χίλια εννιακόσια ογδόντα εννιά
known, to be, met
We’d never met before, so we introduced ourselves to one another.
γνωριζομαι, γνωριστω γνωριστηκα, γνωριζόμουν
Δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ, γι’ αυτό συστηθήκαμε.
exercise, work out
I need to start working out more.
γυμνάζομα
Πρέπει ν’ αρχίσω να γυμνάζομαι περισσότερο.
film, to
It was made in nineteen sixty-five.
γυριζομαι
Γυρίστηκε το χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε (1965).
return, turn, rotate
I recently went back to the town where I grew up.
γυρίζω, γυρίσω, γύρισα, γύριζα
Πρόσφατα γύρισα πίσω στην πόλη, όπου μεγάλωσα.
bite
δαγκωνω, δάγκωσα
Φοβηθηκα να πλησιασω το σκυλι γιατι φοβηθηκα μηπως με δαγκωσει
type, to
Δακτυλογραφώ
lend, loan
δανειζω
to show, indicate
Camila showed me a picture of her son, who is a police officer.
δειχνω, δείξω, έδειξα, έδειχνα
Η Καμίλα μού έδειξε μια φωτογραφία του γιου της, ο οποίος είναι αστυνομικός.
accept, receive
δέχομαι, δεχτώ, δέχτηκα, δέχομουν
Δεν δέχεται το βρίσιμο.
declare, state
You should register your bike in case it’s stolen
δηλώνω, δηλώσω, δήλωσα, δήλωνα
Θα ‘πρεπε να δηλώσεις το ποδήλατό σου σε περίπτωση κλοπής.
interrupt, cut off, break off
You keep interrupting when I’m talking.
Διακόπτω, διακόψω, διεκοψα, διέκοπτα
Εξακολουθείς να με διακόπτεις όταν μιλώ.
protest
The owners of the houses tried to protest, but it was to no avail.
διαμαρτύρομαι
Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών προσπάθησαν να διαμαρτυρηθούν, αλλά μάταια.
conceive, think of, imagine
I wouldn’t dream of asking them for money.
διανοούμαι
Δεν μπορώ να διανοηθώ να τους ζητήσω χρήματα.
ascertain, discover, find out
διαπιστωνω
διαπιστωνεις ότι η γυναικα που τραγουδαει εχει ωραια φωνη
last
A drive that takes two hours is a two-hour drive.
διαρκώ, διαρκέσω, διάρκεσα, διαρκούσα
Οδήγηση που διαρκεί δύο (2) ώρες λέγεται δίωρη οδήγηση.
break into, disrupt
Somebody broke into our house, but nothing was stolen.
διαρρηγνύω, διαρρηξω, διέρρηξα, διερρήγνυα
Κάποιος διέρρηξε το σπίτι μας, αλλά δεν κλάπηκε τίποτα.
cross, traverse
A man was knocked down by a car when crossing the street and had to be taken to the hospital.
διασχίζω, διασχίσω, διέσχισα, διέσχιζα
Ένας άντρας χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο καθώς διέσχιζε το δρόμο και έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο.
keep, maintain, retain, preserve
The police remained suspicious of the suspect’s motives.
διατηρώ, διατηρήσω, διατήρησα, διατηρούσα
Η αστυνομία διατηρεί τις υποψίες της για τα κίνητρα του ύποπτου.
facilitate, enable
Having a car enables you to get around more easily.
διευκολύνω, διευκολύσω,διευκόλυσα, διευκόλυνα
Έχοντας αυτοκίνητο σε διευκολύνει περισσότερο να κυκλοφορείς.
to narrate, tell
διηγιέμαι, διηγηθώ, διηγήθηκα, διηγιόμουν / διηγούμουν
give, grant
δίνω, δώσω, έδωσα, έδινα
try, test, taste
δοκιμάζω, δοκιμάσω, δοκίμασα, δόκιμαζα
hard time, having
δυσκολευομαι, δυσκολευτώ, δυσκολεύτηκα, δυσκολευόμουν
slandered, to be
δυσφημιζομαι
it happens, it occurs
συμβαίνει, Θα συμβεί, συνέβη, συνέβαινε
to become
γίνομαι
θα γίνω
έγινα
it is about
πρόκειται
to set, to define
ορίζω
to watch out, look after, notice
Προσέχω Θα προσέξω,πρόσεξα πρόσεχα
to forgive
Συγχωρώ Θα συγχωρήσω. Συγχώρεσα
I assume that
Υποθέτω ότι.
Θα υπέθεσω- οτι
Υπέθεσα ότι.
if only
μακάρι
to promise
υπόσχομαι
Θα υποσχεθω
υποσχέθηκα
υποσχόμουν
to be taken out
βγάζομαι
βγάλθω
βγάλθηκα
allegedly, supposedly
υποτίθεται
I swear
Ορκίζομαι Θα ορκιστώ Ορκίστηκα
To Belong
ανήκω, ανήκα
to seize. to occupy
to be seized, to be occupied
καταλαμβανω Present tense
Future tense θα καταλάβω
Aorist past tense κατέλαβα
Past cont. tense καταλάμβανα
καταλαμβάνομαι
Future tense θα καταληφθώ
Aorist past tense καταλήφθηκα
Past cont. tense καταλαμβανόμουν
to wish
εύχομαι
Future tense
θα ευχηθώ
Aorist past tense
ευχήθηκα
Past cont. tense
ευχόμουν
to relax, loosen
χαλαρώνω
to endure (the couple’s love endured trials and tribulations)
αντέχω Θα αντέξω, άντεξα, άντεχα (η αγάπη του ζεγαριού άντεξε δοκιμασίες και βάσανα
to pull (he pulled the computer towards him)
τραβάω, θα τραβήξω, τράβηξα, τραβούσα (τράβηξε τον υπολογιστή προσ το μέρος του)
To match
Do my clothes match?
Ταιριάζω
Ταιριάζουν τα ρούχα μου;
To care
Caring for others make you a good neighbor
νοιάζομαι
το να νοιάζεσαι για τους άλλους σε κάνει καλό γειτονιά
To succeed
The plan succeeded after years of effort.
πετυχαίνω
πέτυχα,
πετύχει
το σχέδιο πέτυχε μετά απο προσπάθειες ετών
To Trust
επιστεύομαι
επιστεύτηκα
to owe
χρωστώ
to apply
In this situation the old rules don’t apply
ισχύω, θα ισχύσω, ίσχυσα
Σε αυτήν την περίπτωση, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν
To arrange
We are arranging a company barbecue for the springtime.
Κανονιζω
Κανονίζουμε ένα μπάρμπεκιου με τους εργαζόμενους της εταιρείας την άνοιξη.
to fall in love
The couple fell in love when they were in college.
ερωτεύομαι
Το ζευγάρι ερωτεύτηκε όταν ήταν στο πανεπιστήμιο.
to joke I am joking
Aw, I was just fooling. I didn’t mean it seriously.
αστειεύομαι
Ω, απλά αστειευόμουν. Δεν το εννοούσα στα σοβαρά
Adapt to
Προσαρμόζομαι
to set, to define
ορίζω
to bother, to tease
πειράζω
I mean
εννοώ.
θα εννόησω
εννόησα
εννοούσα
to seize. to occupy
to be seized, to be occupied
καταλαμβανω Present tense
Future tense θα καταλάβω
Aorist past tense κατέλαβα
Past cont. tense καταλάμβανα
καταλαμβάνομαι
Future tense θα καταληφθώ
Aorist past tense καταλήφθηκα
Past cont. tense καταλαμβανόμουν
review, to
ξαναβλέπω
notice, to
Observe
παρατηρώ
force, to
αναγκάζω
sound out, to
συλλαβίζω
weigh, to
ζυγίζω
send away, to
διώχνω, να διώξω
to pet
χαΪδεύω
to cut (hair)
κουρευω
get a haircut
κουρεύομαι
belittle sth,
υποτιμώ
to be sleepy
νυστάζω
to combine
συνδυάζω
(2)

ψάχνω
γυρεύω
Πρέπει να _____ από τον αγώνα.
(& root)

αποχωρήσω
(αποχωρώ)
To reflect on
Αναλογίζομαι
To accomplish
Κατορθώνω
to need
(2)
χρειάζομαι
έχω ανάγκη από
to take a break
κάνω διάλειμμα
to advise
συμβουλεύω
to set aside / to leave behind
αφήνω κατά μέρος
to be disappointed
απογοητεύομαι
Bore I try to pay attention, but algebra class bores me
Βαριέμαι
Προσπαθω να παρακολουθώ, αλλά το μάθημα της άλγεβρας με κάνει να βαριέμαι
Wake
She wakes at seven o’clock in the morning
Ξυπνάει στις επτά το πρωί
I weigh
Ζυγίζω
Choose
διάλεξω
Pull
τραβώ
Attack (verb)
επιτίθεμαι
Underline
υπογραμμίζω
Match (verb)
ταιριάζω
cultivate, grow, raise, educate, polish, refine, practice, culture
The ideas in his book nourish young students’ minds.
Try to cultivate an attitude of detachment.
It’s important to foster independence in your child.
καλλιεργώ
Οι ιδέες σε αυτό το βιβλίο καλλιεργούν το μυαλό των νεαρών σπουδαστών.
Προσπάθησε να καλλιεργήσεις μια στάση αποστασιοποίησης.
Είναι σημαντικό να καλλιεργεί κανείς το αίσθημα της ανεξαρτησίας στα παιδιά του.
we will soon become
θα γίνουμε κι εμείς σύντομα
It snowed yesterday. Not a lot. We have about 6 centimeters.
Χιόνiσε χθες. Όχι πολλά. Έχουμε περίπου 6 εκατοστά.
To grant
The Patriarch of Constantinople granted autocephaly to the Orthodox Church in Ukraine
χορηγώ
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως χορήγησε αυτοκεφαλία στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας
Look
I have seen her looking at you
Κοιτάζω
Την έχω δει να σε κοιτάζει
Discuss, Converse
They discussed politics for an hour
συζητώ
συζητούσαν για τα πολιτικά για μία ώρα
I am born
γεννιέμαι
I confuse
μπερδεύω
Flatter
Compliment
κολακεύω
Take out, take off
If you’re hot, why not take off that coat?
βγάζω
Εάν ζεσταίνεσαι γιατί δεν βγάζεις το παλτό σου;
Involve, implicate (κ)
εμπλέκω, εμπλεξω, ενέπλεξα
Ignore, disregard
αγνοώ
Confuse
μπερδεύω
Fill in
συμπληρώνω
copy down
σημειώνω
Choose, select
επιλέγω
Exchange (verb)
ανταλλάζω
Introduce, present
παρουσιάζω
I lend
δανειζω
I Increase (passive verb)(κ)
αυξάνεμαι, αυξηθώ
I create (2 verbs)
φτιάχνω/
δημιουργώ
plant
It is always best to plant trees in spring or autumn.
φυτεύω
Είναι πάντοτε καλύτερα να φυτέψεις δέντρα την άνοιξη ή το φθινόπωρο.
to talk or chat
κουβεντιάζω
to grow up
μεγαλώνω
to relocate
μετακομίζω
I am saddened at the thought of the suffering of innocent people
Λυπάμαι για τη σκέψη των δεινών αθώων ανθρώπων.
We must remember
πρεπει να θυμόμαστε
I forbid you. You are forbidden
Σ’ απαγορεύω. Εσυ απαγορεύεσαι
I guess
μαντεύω
CONDITIONAL VERB FORMS
I would go
I should go
I could go
θα πήγαινα
θα επρεπε να παω
Θα μπορουσα να παω
to give an order, to order (alternative)
διατάζω
έδωσε εντολή
to ground (an airplane)
καθηλώνω
insult, offend, touch on
θίγω να θίξω έθιξα/’θιξα
θίγομαι, να θιχτώ/να θιχθώ θίχτηκα/θίχθηκα
trouble, bother, interest, employ
(ε/π) work
be employed
occupy yourself
be interested in
απασχολώ, να απασχολήσω
απασχολούμαι να απασχοληθώ
adapt, adjust (ε/π)
προσαρμόζω
προσαρμόζομαι, να προσαρμοστώ
to be disappointed
απογοητεύομαι
to be compelled
αναγκάζομαι
To reflect on
Αναλογίζομαι
To accomplish
Κατορθώνω
to choose
διαλέγω
to serve / to be of use
χρησιμεύω
to cure
θεραπεύω
to have gotten lost
έχω χαθεί
to explain
εξηγώ
to brace oneself
προετοιμάζομαι
to remain
απομένω
to be hit
χτυπίεμαι
to kiss

φιλώ
to paint
ζωγραφίζω
Consider Examine , inspect, scrutinize contemplate
She considered his face for a long time
περιεργάζομαι
Περιεργάστηκε το πρόσωπο του
to manage
καταφέρνω
to discourage
αποθαρρύνω
to obey
υπακούω
to react
αντιδρώ
to be rejected
απορρίπτομαι
to hurry through
ξεπετάω, ξεπετάξω , ξεπέταξα , ξεπετούσα
to light up
φωτίζομαι
to fall asleep
αποκοιμάμαι
to improve
βελτιώνω
to keep
φυλάω
to happen/chance to
τυχαίνω
to recoil, bounce, hop
αναπηδάω
«______ την κοιλιά μου!»
(& root)

τρίψε
(τρίβω)
to be responsible / to be at fault
φταίω
to die
πεθαίνω
________ να είμαι μία γιατρός.

Τυχαίνει
Η Leslie Knope _________ σαν κένταυρος.
To be Pictured, depicted

απεικονίζεται
Πρέπει να ______ το φαγητό σου πριν να μιλήσεις.
(& root)

καταπιείς
(καταπίνω)
Ο σκύλος ____ ξανά τις παντόφλες μου!
(& root)

μάσησε
(μασώ)
Τα σκυλιά μας πάντα _____ τις ουρές τους όταν γυρίσουμε στο σπίτι από τη δουλειά.
(& root)

κουνάνε
(κουνάω)
Η ταίνια ______ τρεις ώρες.
(& root)

διαρκεί
(διαρκώ)
‘Εχεις _________ την δύσκολη θέση μου;
(& root)

αναλογιστεί
(αναλογίζομαι)
Για να _______ το απίθανο, πρέπει να δοκιμάσεις το παράλογο.
(& root)

κατορθώσεις
(κατορθώνω)
Κάποιες φορές ________ τον Τιμ στο ντους.

τρομάζω
Ο πίνακας ______ ένα αγόρι να φάει το μεσημεριανό του.
(& root)

απεικονίζει
(απεικονίζω)
Η Λούσι _______ τους φίλους της για πολλά ζητήματα.
(& root)

συμβουλεύει
(συμβουλεύω)
Σίγουρα είναι δύσκολο για κάθε οικογένεια να ________ το σπίτι τους.
(& root)

εγκαταλείψει
(εγκαταλείπω)
Το κορίτσι _________ ότι απότυχε το τεστ.
(& root)

απογοητεύθηκε
(απογοητεύομαι)
Η Λίμα _______ να εγκατελείψει την σπίτι της όταν ερχόταν ο τυφώνας.
(& root)

αναγκάστηκε
(αναγκάζομαι)
Όταν ήμουν νέα, συχνά ονειρευόμουν ότι θα μπορούσα να ______.
(& root)

πετάξω
(πετάω)
Πώς μπορώ να σε ______;
(& root)

χρησιμεύσω
(χρησιμεύω)
Που να _______ την μία από την άλλη;
(& root)

ξεχωρίσω
(ξεχωρίζω)
Το ν’ακούς μπορεί να _______ και μια σχέση.
(& root)

βελτιώσει
(βελτιώνω)
Ο σκίουρος _____ τους καρπούς του για το χειμώνα.
(& root)

φυλάει
(φυλάω)
to bend over

σκύβω
to utter
εκστομίζω
to fall
(2)

πέφτω
πίπτω
to burst, explode

σκάω
to irritate, annoy

εκνευρίζω
to desire, want, miss
επιθυμώ
to add

προσθέτω
to originate, come from
προέρχομαι
to sink

βυθίζομαι
to dedicate oneself (to something)
αφιερώνομαι
to tie, bind, fasten, connect

δένω
to observe, comment, remark
παρατηρώ
to shock, astonish

σοκάρω
to contemplate, ponder

συλλογίζομαι
to contemplate, ponder

συλλογίζομαι
to save
σώζω
to present, display, introduce, exhibit
παρουσιάζω
to take care of
to observe, pay attention
to be careful
προσέχω
to pass, come, drop by
περνάω
to arrange, plan, schedule, organize
κανονίζω
to proceed, advance
προχωρώ
to greet, to say farewell
χαιρετάω
to check
τσεκάρω
to sneeze
φτερνίζομαι
to be grilled, roasted, baked
to be in the mood for
ψήνομαι
to notify, inform
ειδοποιώ
to put in order, settle, arrange
τακτοποιώ
to raise, lift
σηκώνω
to detach, extort, extract, distract
αποσπώ
to come from, originate from, hail from, be of descent of
κατάγομαι
to impose, force, inflict (κ)
It is a bad time to impose new taxes on working people
επιβάλλω, επιβάλω , επέβαλα
Είναι κακή εποχή να επιβάλουμε νέους φόρους στους εργαζόμενους
to narrate, recount
(3)
αφηγούμαι
διηγούμαι
εξιστορώ
to trust, entrust
εμπιστεύομαι
it concerns, refers to, pertains to
(3rd person only)
αφορά
αφορούν
to weigh
ζυγίζω
to lift slightly
ανασηκώνω
to convince, persuade
πείθω
to owe, be obliged to
οφείλω
to inhabit
κατοικώ
to show, put forward, project
The local cinema is showing the work
προβάλλω, προβάλω , πρόβαλα , πρόβαλλα
Το τοπικό σινεμά προβάλλει το έργο
Protrude
Εξέχω
to restart, resume
ξαναρχίζω
to look like, seem, resemble
μοιάζω
to miss
(i.e. a target)
αστοχώ
to underline
υπογραμμίζω
to practice
The six year olds practiced writing the letter C.
εξασκούμαι εξασκηθω, εξασκηθηκα
Τα εξάχρονα εξασκήθηκαν στη γραφή του γράμματος C.
to visit
επισκέπτομαι
to fill, stuff
γεμίζω
to respect, show respect for
(2)
εκτιμώ
σέβομαι
to shiver
τρέμω
to regret
μετανιώνω
to intend, plan
σκοπεύω
to make fun of, mock, tease

κοροϊδεύω
to create
δημιουργώ
to relax, de-stress
(2)
χαλαρώνω
ξεσκάω / ξεσκάζω
to deserve
(3)
δικαιούμαι
μου αξίζει
αξίζω
to suppose, assume, presume
υποθέτω, υποθέσω , υπέθεσα
to win, defeat, beat
(2)
νικώ
κερδίζω
to accept
(i.e. concede, come to terms with)
You must come to terms with reality.
αποδέχομαι
Πρέπει να αποδεχτείς την πραγματικότητα
to strut, boast, flex
κορδώνομαι
to appear, pop up
εμφανίζομαι
to depend on, rely on
εξαρτώμαι από
to confuse, tangle
μπερδεύω
to imply, insinuate
υπονοώ
to attribute, ascribe, render
To what do you attribute your early success?
αποδίδω, θα αποδώσω , απέδωσα
Σε τι αποδίδεις την πρώιμη επιτυχία σου;
to iron
σιδερώνω
to pollute
ρυπαίνω, θα ρυπάνω , ρύπανα
to vote
ψηφίζω
lay [sth]
set [sth]
smooth [sth]
break [sth] in
He laid Lino on the hall
στρώνω
Έστρωσε Λίνο στο διάδρομο
unfasten, unbind, untie
solve
λύνω
to resign, quit
παραιτούμαι
to come true, be realized, be accomplished
πραγματοποιούμαι
to download
to lower, put down (κ)
κατεβάζω, κατεβάσω , κατέβασα
to disappear
εξαφανίζομαι
to replace, substitute
αντικαθιστώ
to inspire
εμπνέω
to be occupied with, deal with, attend to
to work, do for a living
ασχολούμαι, ασχοληθώ
to judge, evaluate, assess (κ)
κρίνω, θα κρίνω , έκρινα
Η Λίμα _______ να εγκατελείψει την σπίτι της όταν ερχόταν ο τυφώνας.
(& root)

αναγκάστηκε
(αναγκάζομαι)
to shout, yell at, berate
to come down on
κράζω
to identify with, empathize
ταυτίζομαι
to carry
κουβαλάω
to mention, report, refer to
αναφέρω
to pretend, act
υποκρίνομαι
to interrupt, disrupt
διακόπτω, θα διακόψω , διέκοψα
to set, fix, stage, prop up
στήνω
to pick, pick up, collect
to summon
to tidy
μαζεύω
to be exhausted, run out (k)
εξαντλούμαι, εξαντλείσαι, εξαντλούμαστε
εξαντληθώ ,
to share
μοιράζομαι
to displease, dissatisfy
δυσαρεστώ
to hate, loathe, detest
to be disgusted by
σιχαίνομαι
to discern, perceive, distinguish
διακρίνω, θα διακρίνω , διέκρινα
to navigate, pilot
πλοηγώ
to emit, send out
εκπέμπω, θα εκπέμψω . Εξέπεμψα
to suck, slurp
ρουφάω / ρουφώ
to burn, be on fire, sizzle
καίω
to edit (i.e. a movie)
μοντάρω, θα μοντάρω , μοντάρισα , μοντάριζα
pull, extend
take [sth] too far, string [sth] out
παρατραβάω / παρατραβώ
analyze, scrutinize
elaborate, expand
αναλύω
to cooperate, collaborate (κ)
συνεργάζομαι, συνεργαστώ
to connect, join, link
συνδέω
to symbolize
συμβολίζω
to get dirty, get stained (κ)
λερώνομαι, λερωθώ
to tan, suntan
to blacken, darken
μαυρίζω
to chat, have a word
κουβεντιάζω
to break, break down, bend, bow
He refused to bow
λυγίζω,
Αρνήθηκε να λυγίσει
to grab
αρπάζω
to clench
σφίγγω
to get, obtain, procure
From where can we procure it?
προμηθεύομαι
Από που μπορούμε να το προμηθευτούμε ;
to supply, provide
προμηθεύω
to monopolize
μονοπωλώ
to sideline, shunt aside
παραμερίζω
to feel dizzy
ζαλίζομαι, ζαλιστώ
to count, measure
μετράω
to tear, rip, split open
σχίζω
to hang down
κρέμομαι
to catch, be in time for (κ)
I am in a hurry to catch ….
προλαβαίνω, θα προλάβω , πρόλαβα
Βιάζομαι να προλάβω …
to communicate, contact
επικοινωνώ
to dawn
ξημερώνω
to lower, turn down
χαμηλώνω
to freeze
παγώνω
to take care of, look after
φροντίζω
to care
νοιάζομαι
to greet, welcome, receive
He will greet our flight
υποδέχομαι, υποδεχτώ
Θα υποδεχτεί την πτήση μας
to please, delight
χαροποιώ
to wonder
αναρωτιέμαι
to be warm, warm up
ζεσταίνομαι
to recognize
αναγνωρίζω
to caress, pet
χαϊδεύω
to settle, work for (suffice)
βολεύω
to settle, work for (suffice)
Does that work for you?
βολεύω
Σε βολεύει ;
to confine, limit, restrict
περιορίζω
to be set
(i.e. a book or movie)
διαδραματίζομαι
to match [with], go together
ταιριάζω
to explore, investigate
εξερευνώ
to tear up, well up
(2)
δακρύζω
βουρκώνω
to work out, exercise, play sports (κ)
αθλούμαι, αθληθω, αθλήθηκα , αθλουμουν
to take, receive
(2)
λαμβάνω
παίρνω
to take part in
λαμβάνω μέρος σε
to endure, withstand, tolerate
(2) (κ)
αντέχω, αντέξω , άντεξα , άντεχα
ανέχομαι, ανεχθώ , ανέχθηκα
to bark
γαβγίζω
to strain, pressure, force, stump
Things got rough for Roger when his wife left him
ζορίζω
Τα πράγματα ζορίσαν για τον Ροτζερ όταν τον παράτησε η γυναίκα του
to misunderstand
παρεξηγώ
to organize
οργανώνω
to be forgotten (κ)
ξεχνιέμαι, ξεχαστώ
to wrap
He wrapped the gift
τυλίγω
Τύλιξε το δώρο
to vomit
ξερνάω
to shrink, become smaller
συρρικνώνομαι
to shrink [sth]
συρρικνώνω
to fall in love
ερωτεύομαι
to spread, stretch
If you stretch out your arm
απλώνω
Εάν απλώνεις το χέρι σου
to repent, change one’s mind
μετανοώ
to send away, shoo, repel (κ)
διώχνω, διώξω , έδιωξα
to trick, fool
ξεγελαώ
to suffer
υποφέρω
to weave, spin
The spider weave a web to catch insects
υφαίνω, υφάνω , ύφανα , ύφαινα
Η αράχνη υφαίνει έναν ιστό για να πιάνει έντομα
to decorate, adorn
(2)
στολίζω
διακοσμώ
to relieve, comfort, alleviate
ανακουφίζω
to flow, roll
κυλάω
to identify with, relate, coincide
ταυτίζομαι
to pour, spill
[slang] to cum, ejaculate
χύνω
to promise
υπόσχομαι
to end up
καταλήγω
to take advantage of, capitalize on
εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλευτώ , εκμεταλλεύτηκα
to have fun, enjoy oneself
διασκεδάζω
to treat, behave towards
συμπεριφέρομαι σε, συμπεριφερθω, συμπεριφέρθηκα
to bite (κ)
δαγκώνω, θα δαγκώσω , δάγκωσα
to stamp
(i.e. with rubber stamp)
σφραγίζω
to chirp
(2)
κελαηδώ
τιτιβίζω
to drag oneself, be dragged
to slither, creep
to lag (κ)
σέρνομαι, συρθω , σύρθηκα
to put out, extinguish
σβήνω
to whisper
ψιθυρίζω
to glare
αγριοκοιτάζω
to frown
(2)
συνοφρυώνομαι
κατσουφιάζω
to supervise, oversee
επιβλέπω
to continue
(2)
συνεχίζω
εξακολουθώ
to imitate, copy (κ)
μιμούμαι, μιμηθώ
to hunch, slouch
καμπουριάζω
to mark, signal something
The signal was marking the beginning of the work day
σηματοδοτώ
Η σειρήνα σηματοδοτούσε την αρχή της εργάσιμης μέρας
to lessen, be reduced (κ)
μειώνομαι, μειωθώ
be called, named
λέγομαι, ειπωθώ
tenses other than present usually in common voice only: “it has been said…” etc…
call
καλώ / καλέσω
last, go on
διαρκώ / διαρκέσω
look for, request, solicit
ζητώ (**), ζητήσω
{*ζήταγα}
place, put, set, lay
βάζω, βάλω
(I) ride ( horse or bicycle)
ιππεύω
to implement, apply, execute, put into practice
The director implemented the rules
εφαρμόζω
Ο διευθυντής εφάρμοσε τους κανόνες
to absorb
απορροφάω
to charge [sth]
φορτίζω
to give birth
γεννάω
to giggle
χαχανίζω
to incorporate, integrate, imbed, include
ενσωματώνω
to exchange, swap
ανταλλάζω
ανταλλάσσω
to be bothered / upset by
(2)
χολοσκάω για
στεναχωριέμαι για
to spend all day and all night
ξημεροβραδιάζομαι
to trouble, bother
The businessman had six people in his employ.
This is an issue that concerns everyone.
απασχολώ
Ο επιχειρηματίας απασχολούσε έξι άτομα.
Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τους πάντες.
to demolish, knock down
κατεδαφίζω
to train, educate
εκπαιδεύω
to smell good
μοσχοβολάω
to exaggerate
υπερβάλλω
to dry up (κ)
ξεραίνομαι, ξεραθώ
to oil, lubricate
to bribe
λαδώνω
to make something taste dull
ανοσταίνω, θα ανοστυνω, ανοστυνα
to make something tasty
νοστιμίζω
to track, monitor progress of
(2)
παρακολουθώ
καταγράφω
to time
χρονομετρώ
to unite
ενώνω
to conquer
κατακτώ
to poison
δηλητριάζω
to be poisoned
δηλητριάζομαι
to contribute (c)
συμβάλλω, συμβάλω, συνέβαλα , συνέβαλλα
to bury
θάβω
to participate, take part in (κ)
συμμετέχω, συμμετάσχω , συμμετείχα
to invest (κ)
επενδύω, επενδύσω , επένδυσα
to applaud
χειροκροτώ
to deny, refuse
αρνούμαι
to step, push, press
πατάω
to plant
φυτεύω
to guide, give a tour
ξεναγώ
to be predominate, to dominate
κυριαρχώ
to shave [something]
ξυρίζω
to shave [oneself]
ξυρίζομαι
to inflate, bloat
φουσκώνω
to deflate
ξεφουσκώνω
to be due (to)
οφείλομαι (σε), θα οφειλομαι, … οφειλομουν
to walk, step
(2)
περπατάω
βαδίζω
to imply, insinuate (c)
υπονοώ, υπονοήσω , υπονόησα, υπονοούσα.
to enchant, bewitch
μαγεύω
to turn on, switch on, light
ανάβω
to make up, form
αποτελώ
to lengthen, extend
Last year I cut my hair very short but now I am letting it grow out.
μακραίνω, μακρύνω , μάκρυνα , μάκραινα
Πέρσι έκοψα τα μαλλιά μου πολύ κοντά αλλά τώρα τα αφήνω να μακρύνουν .
to dry
στεγνώνω
to rinse
ξεπλένω
to braid, to knit, weave
πλέκω
to clench
σφίγγω
to pretend, act (κ)
υποκρίνομαι, υποκριθώ
to get pissed off
τσαντίζομαι, τσαντίστηκα
to remove
αφαιρώ
to suffer
παθαίνω, πάθω, έπαθα
to make, build
φτιάχνω
Θα φταίξω
έφταιξα
mix, mix in, blend, stir
ανακατεύω,
θα ανακατέξω
ανακάτεξα
pour, toss, throw
ρίχνω
Θα ρίξω
έριξα
melt vi (be heated until liquid) The ice melted when the sun came out.
λιώνω
Θα λιωσω
έλιωσε
Ο πάγος έλιωσε όταν βγήκε ο ήλιος.
dissolve (substance: in liquid)
διαλύω
Θα διαλύσω
διέλυσα
knead (massage: dough)
ζυμώνω
Θα ζυμωσω
ζύμωσα
το loosen to dislodge
ξεκολλάω,
Θα ξεκολλησω
ξεκόλλησα
abrade, rub, wear ,
τρίβω
Θα τριψω
έτριψα
pronounce, to
προφέρω
quit, to
παραιτούμαι, παραιτήθηκα
attend, το
παρευρίσκομαι,
παραβρίσκομαι, παραβρέθηκα/παρευρέθηκα
opposed, to be
object
Everyone opposed Neil’s idea to go camping.
αντιτίθεμαι, αντιτεθώ, αντιτέθηκα
ειμαι αντιθετος
Όλοι αντιτέθηκαν στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ
be opposed
object resist
He opposed his parents’ idea
αντιτάσσομαι, αντιταχτώ
Αντιτάχθηκε στην ιδέα των γονιών.
be against
oppose, be opposed to
object
The opposition are bound to resist the policy, of course.
εναντιώνομαι, εναντιωθώ
Η αντιπολίτευση είναι δεδομένο ό,τι θα εναντιωθεί στην πολιτική αυτή, φυσικά.
confront, face
deal
cope
αντιμετωπίζω
enroll
sign up for
register
γράφομαι, γραφτώ