University Flashcards
Καταγωγή
Κατάγομαι από την
Origin
(η) Κοινωνία
Κοινωνικός, η, ο
Society
Social
Ημίαιμος, η, ο
Half blood
Ιστοσελίδα
Web page
θετικός, η, ο
Positive
Αρνητικός, η, ο
Negative
(το) προτέρημα
Advantage, asset
(το) ελάττωμα
Defect, fault
Ευγενικός
Polite
Αγενής
Rude
Σιχαίνομαι
Loathe
Μισώ
Hate
Απεχθάνομαι
Dislike
(η) αλληλεπίδραση
Interaction
Σημεία στίξης
Punctuation
Αποσιωπητικά
… dots
Ερωτηματικό
?
Γερός
Strong
(το) διδακτορικό
PHD
Έρευνα
Research
Εφαρμοσμένος
Εφαρμόζω
Applied
Apply
Μόνιμο προσωπικό
Permanent staff
Αισιοδοξία
Αισιόδοξος
Optimism
Optimistic
(η) κατάληξη
Ending
(ο) υπολογιστής
Computer
Κατά τις 10:00
Around 10
Επικοινωνώ
Communicate
(ο) δορυφόρος
Satellite
Σκάω
Overfill, burst
Φύλο
Γένος
Gender, sex
Συστήνομαι
Introduce
(το) υποκοριστικό
Χαϊδευτικό
Small name (trapezaki)
Διάσημος
Famous
Δυς…. δυστύχημα
Prefix to indicate Something very bad
Ευ…. ευτύχημα
Prefix to indicate something good
(η) ανάγνωση
(ο) αναγνώστης
(η) αναγνώστρια
Reading
Reader
(η) αναφορά
Reference, report
Μεταφορά
Transfer
(η) νόημα
Meaning
(ο) συγγραφέας
Author
Διαχρονικός, -η, -ο
Timeless
(η) εξαίρεση
Exception
(ο) ήχος
Ευηχος, η, ο
Sound
Well sounding
(ο) συνθέτης
Composer
Αποτελώ - αποτέλεσα
Make up (create)
Ταυτίζομαι
I identify, associate myself
Εύηχος
Well sounding
Λούζομαι
Λούζω
Wash my head
Στήνω
I set up
(ο) μπελάς
Trouble
(το) σούρουπο
Dusk
(το) χάραμα
(τα) χαράματα
Dawn
(ο, η) συνεπής
Consistent, coming on time
Ευαίσθητος, -η, -ο
Sensitive
Ανεξάρτητος, ανεξάρτητη
Independent
(η) έννοια
Notion
Εννοώ
I mean
Εν - inside; Νους - mind
Κερνάω - κέρασα
I treat someone (for a meal)
Το νόημα
Meaning
δίχως
Without
Γυρεύω - γύρεψα
I look around
(η) έμπνευση
εμπνέω
Inspiration
I inspire
Εν+πνεύμα
ο γιαλός
Shore
Ψυχρός, η, ο
Cold
ο καύσωνας
Hot day
Αστράφτει
Thunder
Καλλιεργώ
Cultivate
Προστάτης
Προστάτιδα
Protector
(η) ανία
(η) πλήξη
Πληκτικός
Boredom
Εκφράζω μια άποψη
Express opinion
Επηρεάζω
Effect, influence
(η) φυλή
Tribe
έγγαμος, -η, -ο
Married
(ο) εργένης
(η) εργένισσα
Bachelor
πολύτεκνος
With many children
Άτεκνος
άκληρος
Childless
Heirless
Άνεργος
(η) ανεργία
Unemployed
Unemployment
(Ο, η) έφηβος
Teenager
εργατικός
Hard working
εργαζόμενος
Employed
Φιλαλήθης
Truthful
(η) αισιοδοξία
Αισιόδοξος
Optimism
Optimistic
(ο, η) πεισματάρης (-α)
ισχυρογνώμων
Ξεροκεφαλος
Stubborn
Headstrong
Δεν συμβιβάζω, δεν υποχωρώ
I don’t reconcile or back up
Ισχυρός
Strong
(ο, η) ενήλικος
Adult
υπηκοότητα
υπήκοος
Citizenship
Citizen
Επαγγελματίας
Professional
(η) θρησκεία
Religion
(η) πίστη
Faith
Μετρίου αναστήματος
Medium height
Σπαστά μαλλιά
Wavy hair
Υφή
Texture
Απαισιόδοξος
Pessimistic
Γενναιόδωρος
Generous
Τσιγκούνης (-a, -ικο)
Φιλάργυρος (-η, -ο)
Cheap, skimpy
Δραστήριος
Δυναμικός
Άμεση δράση
Active
Immediate action
Ανειλικρινής, -ής, -ές
Dishonest
Εξωστρεφής
Εσωστρεφής
Extrovert
Introvert
Αναπλήρωση
Replacement
Ευαίσθητος
Sensitive
(η) αίσθηση
Sense
Συναισθηματικός
Sympathetic
Καλοπροαίρετος
Well-intended, thinks ahead.
Κουτσομπόλης
(το) κουτσομπολιό
Gossiper
Υπερόπτης
Αλαζόνας
Arrogant
σεμνός
Modest, humble
Ψύχραιμος
ψυχρός
Cool, calculated (good meaning)
Cold person (negative meaning)
Ψυχρός δολοφόνος
Cold-blooded killer
Αγχωτικός
Makes someone nervous
Συμμετέχω
Take part
Αγώνας
Competition
Διασχίζω
Pass by
Περνάω από Α στο Β
Πετυχαίνω
I succeed
Ρεαλιστής
Realist
Αφοσιωμένος
Devoted
Αφοσιωμένος στον καριέρα
(η) πειθαρχία
Discipline
Σέβομαι
I respect
Αντίπαλος
Opponent
Στην άλλη ομάδα
Αφιερώνω
I take away
Αφιερώνω χρόνο -spend time (positive meaning)
Ξοδεύω - waist (time)
(η) εκπαίδευση
Education
Το εκπαιδευτικό σύστημα
Ιδανικός, -η, - ο
Ideal
Εύθραυστος, η, ο
Fragile
Όρθιος, -α, -ο
Standing UP
Καθιστός, η, ο - standing
(η) κληρονομικότητα
Heredity
(το) γονίδιο
(τα) γονίδιά
Gens
Πολυμελής, -ης, -ες
Multi-membered (family)
Αναφέρω
I mention
Λέω, παρουσιάζω
(η) ευθύνη
Responsibility
Υπεύθυνος - responsible
Υπ (υπ) - prefix means over, on top
Δήλωση
Statement, declaration
Εκδηλωτικός
Demonstrative
εκ - prefix showing “out” έξω
Εκφράζω
Express
Φιλόδοξος
(η) φιλοδοξία
Ambitious
Ambition
Τολμηρός
(η) τόλμη
Τολμώ
Daring
Boldness
I dare
Μελετηρός
(η) μάθηση
Studious
Learning
Άριστος
Excellent
(ο) παράγοντας
Factor
Ισχύει
Correct/ this stands
Ετεροθαλής αδερφός
Half-brother
Ώριμος, -η, -ο
Mature
Φλύαρος, -η, -ο
Talkative
Εύστροφος
Agile
(η) εξυπνάδα
Intelligent
Πολυμήχανος
Resourceful
(Οι) περίφημες
Attractions
Όλες τις ανέσεις
(η) άνεση
Comforts
(ο) ανεμιστήρας
Fan
Ανταλλάζω
Exchange
Ανατροφή = (το) μεγάλωμα
Growing
(το) αντικείμενο
αντικειμενικός, η, ο (πολλά άτομα)
υποκειμενικός, η, ο (μόνο εγώ)
Object
Objective
Subjective
(το) ερέθισμα
Stimulus
Ευρηματικός, η, ο
Inventive
(ο) ειδικός
Specialist
(η) μοίρα
Degree (measure)
(η) δικαιοσύνη
Justice
(η) νοικοκυρά
Housewife
Απαιτητικός
Demanding
(η) ισορροπία
Balance
Αποτελεσματικός
Effective
Διακριτικός
Distinctive
Πειθαρχημένος
Disciplined
Εκτελώ - εκτέλεσα
Execute, perform
Αγγελιαφόρος
Messenger
(το) γλέντι
Γλεντάω
Celebration
Σοφός
Wise
Ξεφεύγω
Get away
Γονιμότητα
Fertility
(η) θύελλα
Storm
Κουτσός, -η, -ο
Lame
Δεν περπατάει καλά
(ο) οιωνός
Sign, omen
(η) εμπειρία
Ζωής, επαγγελματική
(η) πείρα = σοφια
Experience
Θυσιάζω
Sacrifice
Ιερός, -η, -ο
Sacred
Κηδεία
Funeral
Οργάνωση
Organization
Δεχτώ
Δέχεται ξένους/φιλοξενούμενους
Accept, host
Принимать (гостей)
Παρουσία
Presence
(η) στέγη
Roof
(η) ισότητα
Ισότητα των δυο φύλων
Equality
(το) δικαίωμα
(τα) δικαιώματα
Ίσες ευκαιρίες
Rights
(η) ψήφος
(οι) ψήφοι
Vote
(η) μόρφωση - έχει γνώσεις
(η) διαπαιδαγώγηση - (η) μέθοδος, αποτέλεσμα
(η) εκπαίδευση - το εκπαιδευτικό σύστημα
(η) παιδεία - καλλιέργεια της προσωπικότητας
Education, upbringing
Воспитание as opposed to εκπαίδευση
Επίσημα
Επίσημος
Officially
Formal
(ο) πεθερός
(η) πεθερά
(τα) πεθερικά
In laws
(η) έλλειψη
Έλλειψη βιταμινών
Έλλειψη κατανόησης
Lack of
(ο) βίος
Συμβίωση
Life
Life together
Πληγώνω
(η) πληγή
Hurt, wound
(η) συντροφικότητα
Companionship
(η) Τρυφερότητα
Tenderness
Μαλώνω - του κάνω παρατήρηση
Τσακώνομαι
Καβγαδίζω
Fight
Ανάμεσα μας/ σε/ στους (αιτιατική )
Μεταξύ του/των (γενική)
Among
Εξαρτημένος
Dependent
Συμπεριφέρομαι
Συμπεριφορά
Behave
Behavior
η απιστία
Infidelity
Αστικός
Άστυ = πόλη
Το προάστια
Υπεραστικές συγκοινωνίες
Urban
Θρησκευτικός
Θρησκευτικός γάμος
(η) θρησκεία
Religious
Religion
Ώριμος, η
Mature
(η) αρχή
Να έχει τις ίδιες αρχές
Value
Γοητευτικός, -η, -ο
Charming
Υπομονετικός
Patient
Εκμετάλλευση
Exploitation
(ο) προορισμός
Φτάνω στον προορισμό μου
Destination
(το) επίδομα
Χρηματικό βοήθημα
Allowance
(ο, η, το) πρώην
Former
Υπόσχομαι
Δίνω μια υπόσχεση
I promise
(η) βία
Βιαστής
Violence
(η) εγκληματικότητα
Πολύ βία και εγκληματικότητα στην εποχή μας
Crime
Εναντίον
Against
Προαίσθημα
Premonition
Λαχταρώ
Crave
Άλγος
(το) αναλγητικό = το παυσίπονο
Pain, painkillers
Δέχομαι
(η) υποδοχή
Accept
Reception
(η) ανθοδέσμη
Small bouquet
(το) κουφέτα
Candy
(η) βέρα
Wedding band
Γαμήλιο πάρτι = δεξίωση
Τελετή γάμου
Wedding party = reception
Wedding ceremony
Καθώς
Την ώρα που
While, as
Στραβό
Δεν είναι ίσιο
Wrong
Αθεράπευτος
Χωρίς θεραπεία
Without cure
Αθεράπευτη αγάπη
Μίγμα
Mixture
(η) νοοτροπία
Mentality
Βελτιώνω
Improve
(η) σύγκριση
Comparison
Απολύτως # εντελώς
Έχεις απολύτως δίκιο
Completely # at all
Εν μέρει
Partially
Αλλά, όμως, ωστόσο
But
(το) σημείο
Point, place
Έργο τέχνης
Work of art
Νυφικό πέπλο
Vail
(το) έθιμο
(τα) έθιμα
Custom
Κάνω ποδαρικό = φέρνω καλή τύχη/γούρι
Bring good luck
Προληπτικός, -η, -ο
Preventive
(η) προίκα
Dowry
(η) ευλογία
Blessing
Ομοφυλόφιλος
Homosexual
(ο) έλεγχος
Control
(η) αγνότητα
Purity
(οι) νεόνυμφοι
Newlyweds
Αρρένων - θηλέων
Male- female
(το) θρανίο
Student’s desk
Συγκοινωνία
Transportation
(η) εκπομπή
Εκ+ πέμπω = στείλω κάτι έξω
Episode
(το) δοκιμαστήριο
Changing room
Παραδίδω
Deliver
(το) σκάκι
Chess
(η) νίκη # (η) ήττα
Win # defeat
(η) περιουσία
Possession, property
(το) τρελοκομείο
Insane asylum
(ο) εφιάλτης
Nightmare
Καθοριστικός, η, ο
Καθορίζω
Crucial, important
To determine
Στύβω
Squeeze
Αλείφω
(η) αλοιφή
Spread
Ointment, salve
(ο) θησαυρός
Treasure
Θάβω
Bury
(το) σημείο
Point
Μπλέκω
Entangle
(η) συγκέντρωση
Meeting
Καταλήγω
Ο άρρωστος κατέληξε
(η) λήξη, κατάληξη
Ο διαιτητής έληξε το παιχνίδι
Ended up
Τελετή έναρξης # λήξης Ολυμπιακών Αγώνων
Σώζω
(η) σωτηρία
Χριστο - ο σωτήρας του κόσμου
Save
Salvation
Πειθώ, πειστικός
Πιέσω - έπεισα (η) πίεση
Convince
Push
Δύω
(ο) δύτης (η) κατάδυση
Dive Погружаюсь
Diver Ныряльщик
Погружение
Κατά = εναντίον
Κατά = σύμφωνα
Κατά του πολέμου
Κατά τα λεγόμενα σου = σύμφωνα
Εφευρίσκω = ανακαλύπτω
(η) ανακάλυψη
Discover
Κάδο απορριμμάτων
Trash can
(η) συγκέντρωση
Concentration
(ο) βοσκός
Shepherd
(η) πεζοπορία
Hike
Απρόσμενος
Απροσδόκητος
Unexpected
Βραβεύω
(το) βραβείο
To award
award, prize
Βραβείο Νόμπελ
Ελέγχω
Control, check
Στριμώχνω
Corner (someone)
Βάζω πολύ κόσμο σε έναν μικρό χώρο
Αράζω
Το πλοίο αράζει
Moor (a boat), dock
Ταράζω
Agitate
Παιδεύω
Pester
κουράζω
Ξοδεύω
Spend, waste
(η) διαθεσιμότητα
Availability
Σπάταλος
Wasteful
(ο) ρατσισμός
Racism
(ο) κόμπος
Knot
Εξιχνιάζω
Solve
Εξιχνιάζω έναν φόνο
(η) υπηρεσία
Η πυροσβεστική υπηρεσία
Service
Εκδηλωτικός
Demonstrative
(ο) τερματοφύλακας
(ο) διαιτητής
Goalkeeper
Referee
Σφύζω
(ο) σφυγμός
(ο) σφιγκτήρας
Pulse rate
Clamp
(η) λάμψη
Glamour, spark
(η) ενημέρωση
Update
(η) παύση
Ανάπαυση
Pause
Rest
Κατεύθυνση
Direction
Βουρκώνω
Cloud
Τα μάτια μου βουρκώνουν από τα δάκρυα
(το) φέρσιμο
(η) συμπεριφορά
Behavior
(το) κουρέλι
Rag
Είμαι κομμάτια
Χυμάω - χύμηξα
= ορμάω
Fall with force
Επαινώ - επαίνεσα
(ο) έπαινος
Praise
With excellent grades
Εφαρμογή
Execute, effect
Θέτω ένα συμβόλαιο σε εφαρμογή/ σε ισχύ
Εξαπατώ
Cheat
Γελάω κάποιον = τον κοροϊδεύω, τον εξαπατώ
Σχολάω - σχόλασα (ποτέ σχολάς από δουλειά)
Σχολιάζω (κάποιον για κάτι)
Finish
Criticize
Η θανατική ποινή
Capital punishment
μεθώ - μέθυσα
Μεθυσμένος
Drunk
(η) νάρκωση
Sedation
(η) δικαιολογία
Excuse
(το) εγχειρίδιο
Manual
Σκηνή ζηλοτυπίας
Scene of jealousy
Κατάθλιψη
Depression
(η) περίληψη
Summary
Αναφέρομαι
Refer
Το τραγούδι αυτό αναφέρεται σε μια …
Παρατάω
Abandon, quit
Προτείνω - πρότεινα = συστήνω
Suggest, offer
Λαμβάνω - έλαβα
Παραλαμβάνω
Receive, take
Take into hands
Έλαβα ένα μήνυμα
Απολαμβάνω
(η) απόλαυση
Enjoy
Απαρηγόρητος
Παρήγορων κάποιον
Inconsolable
Εύσωμος
Full-bodied
Αφηρημένος
Abstract, inattentive
Ανεύθυνος
Irresponsible
Προσκύνημα
Pilgrimage
(τα) γενιά
(το) μούσι
Beard
Αφήσω γένια
Αργκό
Slang
Απειλώ
(η) απειλή
Threaten
Threat
Παρηγορώ
Απαρηγόρητος
Console
Inconsolable
Ξένοιαστος
έγνοια
Carefree
Problem
ξε εκ έγνοια
Το αδέσποτο ζώο
Άστεγος άνθρωπος (η) στέγη
Homeless animal
Homeless person
Άπταιστα
Without errors
Μιλάω με άνεση/ έχω ευφράδεια λόγου, με ακρίβεια, άπταιστα
Fluent
Προσαρμόζομαι, προσαρμόζω
η προσαρμογή
Adapt, adjust
Συνηθίζω για την καινούργια …
Προσαρμόζω το λεξιλόγιο μου στο επίπεδο σας
(η) πρόσβαση
προσβάσιμος, η, ο
Access
Γέννημα θρέμμα
Born and raised
(η) λατρεία
Worship
(η) πορεία
(η) πρωτοπορία
Πρωτοπόρος
Course
Avant-garde
Pioneer
(το) γεγονός
Fact, factor
Άλλωστε - εξάλλου
Besides
Ιδανικός, η, ο
Ideal
Διεύθυνση
Οργάνωση διοίκηση
Business administration
(η) ομοιότητα
Similarity
(η) εκδοχή
Version
(η) έριδα
Dispute
(η) εξουσία
Power, authority
(η) ικανότητα
Skill
Η δυνατότητα να κάνει κανείς κάτι
Τάζω - έταξα
Promise, vow
Αντικρίζω
I face
Άψογος, η, ο
Perfect, flawless
Κοινός, κοινή, κοινό
Κοινά
Common
Commonalities
Συγκινώ
Συγκινητικός, η, ο
Move
Moving
Συγκίνω κάποιον
Ο σεναριογράφος γράφει σενάριο
Scenarist
Ο θεατής, οι θεατές
Viewer
Ο, η κριτικός
Critic
Προβάλλω
Project
Ένας κινηματογράφος προβάλλει μια ταινία. Δείχνει, παίζει.
Η αυτοσυγκέντρωση
Self concentration
Δεν έχουν αυτοί που έχουν διάσπαση προσοχής
(η) ανατροπή
Κάτι γυρίζει ανάποδα
Overthrow
Η τελικά συμπέρασμα
Final conclusion
Τα κοινά = οι ομοιότητες
Similarities
Εστιάζω
Focus
Εστιάζω στο απόλυτο παρόν - focus on absolute present
Αποκτώ
Αποκτώ νέες εμπειρίες
Get
Αυτοπεποίθηση
Self confidence
Οικοτροφείο
Boarding school
Επιτηρητής
Supervisor
Αντιλαμβάνομαι = κατανοώ
Realize
Πληροφορούμαι
Getting informed
Ισχυρίζομαι
Ισχυρός = δυνατός Ισχύει = είναι αλήθεια
I claim
Εμμονικός
Obsessive
Εκτιμώ
I appreciate
Έχω θετική γνώμη για κάποιον
(η) αμφιβολία
Doubt
Η οικιακή βοηθός
Home help
(το) ενθύμιο - (τα) ενθύμια
Souvenir
Πολυτελές
Luxurious
Πολυτελές ξενοδοχείο με πολλές ανέσεις
Νωθρός
Lazy
Θαρραλέος
Brave
αδιακρίτως
Not discreet
Που επεμβαίνει στην προσωπική ζωή των άλλων
διαιρώ - διαίρεσα / διά 2/2
(η) διαίρεση
Divide
Деление
= ίσον
Equals
Αφαιρώ / μίν 2-2
(η) αφαίρεση
Remove
Вычитание
προσθέτω / σύν 2+2
(η) πρόσθεση
Add
Прибавление
πολλαπλασιάζω / επί 2х2
(ο) πολλαπλασιασμός
Multiply
Умножение
Θερμές ακτίνες
Heat rays
Όποτε = κάθε φορά που
Every time when, while
Όποτε οδηγούσε φοβόμουν
Εγκαταλείπω
Εγκατέλειψα
Gave up
Απομακρύνομαι
Τα προσωπικά μου είδη
Personal things/belongings
Ερημικός, απομονωμένος
Quiet
Εξοικονομώ
Save (money)
Συνάπτω, δημιουργώ
Create
(η) επαφή
Contact
Έρχομαι σε επαφή με νέες μορφές (forms) τέχνης
Ψυχαγωγώ
(η) αναψυχή
Rest, entertain
Recreation
Με το ψυχή
(το) κατάλυμα (τα) καταλύματα
Accommodation
Σαλπάρω
Sail
Λύνω τους κάβους, σηκώνω την άγκυρα και αποπλέω
Αρμενίζω
Sail
Ταξιδεύω στην θάλασσα
Σκούζω
Yell
Φωνάζω δυνατά και άσχημα
Αίσθηση αυτάρκειας
Sense of self-sufficiency
(η) άμμος
Την άμμο
Sand
(η) αναμονή
Stand-by
Αίθουσα αναμονής
Η αναμονή στο αεροδρόμιο
Η κλήση σας είναι σε αναμονή
(ο) συνωστισμός
συνωστίζομαι
Crowding
Στριμώχνω σε περιορισμένο χώρο
(το) είδος (τα) είδη
Things, belongings
(το) όρος - βουνό
ορεινό
(η) ορειβασία
Mountain
Climbing
Μπρούμυτα # ανάσκελα
Face down - up
(ο) ρηχός
Shallow water
(η) μπάντα = το μουσικό συγκρότημα
Band
Επιθυμώ
Wish
Άμα = Αν
If
(η) αποσκευή
Luggage
(το) εντομοαπωθητικό
Bug repellent
(ο) προβολέας
Lamp, projector
(η) συσκευή
Device
Αποκλείω
Αποκλείεται
Exclude
No way
Χειμερινός # θερινός
(το) θέρος
Παραθερίζω
Wintery # summary
Summer
Επίκαιρος -η -ο
(η) επικαιρότητα
Timely
Timeliness
Που ταιριάζει με αυτή τη στιγμή
(η) κόλαση
Hell
Πύλες της κόλασης
Αρχοντικός, -η -ο
(ο) άρχοντας
(ο) αρχηγός έχει μεγαλοπρέπεια
(το) αρχοντικό σπίτι
Lordly
Lord
Chief
Ηγούμαι
(ο) ηγέτης
Καθηγητής
Lead
Leader
Professor
Αεροπορικός
Ακτοπλοϊκώς
Οδικώς
By air
By boat
By car
(ο) ξενώνας
(το) καταφύγιο
(το) πανδοχείο
(το) κάμπινγκ
Καταλύματα
Accommodation types
Ονομαστός, η, ο
Famous
(το) βότσαλο
Smooth rock
Εστιάζω
Focus
(το) στέκι
Hang out place
Μέρος που συχνάζω με τους φίλους μου
(η) κλίνη
(η) κλινική
Bed (αρχαία Ελληνικά)
(η) ανταπόκριση
Ανταποκρίνομαι
Correspondence, correspond (maybe with actions) connect
Συμφωνώ με κάτι
(ο) ιστός
(η) ιστοσελίδα
Web
Webpage
(η) αναζήτηση (οι) αναζητήσεις
Search
(η) αναχώρηση # (η) άφιξη
Departure # arrival
Επειτοπου
On the other hand
Επιβιβάζομαι # αποβιβάζομαι
(η) κάρτα επιβίβασης
Board # debark
Boarding ticket
Απολυμαίνω
(η) λοίμωξη
Disinfect
Infection
(το) φαράγγι
Canyon
Βαθύ ρήγμα σε βουνά
Η Πίνδος οροσειρά
Mountain range in Greece
(η) επανάληψη
Repetition
ωμός, η, ο
(ο) ώμος
Raw
Shoulder
Απαράδεκτος, η, ο
Inadmissible
Αδιάκριτος # διακριτικός
Indiscreet
Επεμβαίνει στην προσωπική ζωή των άλλον
Δεκτικός
Accepting
(ο) ξεναγός = τουριστικός οδηγός
Tour guide
(η) εκτέλεση
Execution, implementation
(ο) προπονητής
(η) προπόνηση
Coach
Training
Απευθείας (επίρρημα)
Direct
Χωρίς ανταπόκριση
(η) προσγείωση # απογείωση
Landing # take off
(η) άνοδος # (η) κάθοδος
Rise # fall/descent
(το) αδιέξοδο
Deadlock
(η) έρημος
Desert
(η) ύπαιθρος
(το) ύπαιθρο = (η) εξοχή
Countryside
Outdoors
Τον 13 (δέκατο τρίτο) αιώνα
Century
(τα) ερείπια
Ruins
(η) ρυτίδα
Wrinkle
(το) πέλαγος - (τα) πελάγη
Open sea
(το) ίχνος (τα) ίχνη
Trace
(το) κάλλος (τα) κάλλη
Beauty
η χάρη, η ομορφιά
(η) παροιμία
Proverb
(το) στέλεχος - (τα) στελέχη
Stem, executive (CEO)
Столб, банка
(το) έδαφος - (τα) εδάφη
Soil
Εντυπωσιάζομαι
I’m impressed
(η) προκατάληψη
Prejudice
Γκρεμίζω μια προκατάληψη
(η) γενίκευση
Generalization
Φιλόμουσος
Loves music
(η) ήπειρος
Continent
(το) έθνος - (τα) έθνη
Nation
Ενωμένα Έθνη
Αντιπροσωπεύω
Εκπροσωπώ
(ο) αντιπρόσωπος
Represent
(ο) παμφάγος
Omnivore
(η) επιρροή
Influence
Αποσυνδεδεμένος
Disconnected
(το) κέφι
Mood
Η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση
Πλημμυρίζω
(η) πλημμύρα
Flood
Πλημμυρίζω από την μπόρα
(η) πρόοδος - (οι) πρόοδοι
Progress
Αμήχανος
Confused, lost, embarrassed
Καθώς / ενώ / όταν
Διάρκεια
As
(η) τομή
Section
Сечение
Χρυσή τομή
όποτε
Κάθε φορά που …
Every time
Παρατείνω
(ο) παρατατικός
(η) παράταση
Extend
Past continues
Extension
Παρατείνουμε την ζωή μας
(η) εξέλιξη - (οι) εξελίξεις
Evolution
Όσο = όση ώρα
Ενώ, καθώς, την ώρα που
While
Κάνω κοπάνα - την κοπανάω
Skip
Φεύγω κρυφά χωρίς να πρέπει
Σκαρώνω
Knock off
(το) μεροκάματο
Per diem
(το) σκαρί
(η) πρυμστσα, πρύμνη
Ship base
Σκελετός πλοίου
Το πίσω μέρος του πλοίου
(η) λαιμαργία
λαίμαργος, -η, -ο
Greedy
Δεν χορταίνει να τρώει
Η συνεχόμενη ανάγκη να τρώει
άσχετος # σχετικός
Irrelevant # relevant
(το) μειονέκτημα # (το) πλεονέκτημα
Disadvantage (makes Inferior) # advantage
(η) αντίρρηση
Objection
Η έκφραση αντίθετης άποψης
Φέρνω αντίρρηση
(η) επέτειος
Anniversary
η επέτειος - οι επέτειοι
την επέτειο - τις επετείους
της επετείου - των επετείων
όλος, όλη, όλο
Όλοι οι
Όλα τα
All
(το) στήθος (ο) θώρακας
Chest
Σιωπηλός
Σιωπώ
Ένας νεκρός σιωπηλός κόσμος
Silent
(ο) αετός
Eagle
στάζω
Drip
σπέρνω
Sow
Θερίζω
Ότι σπέρνεις θερίζεις
Mowing
Καυτός, η, ο
Dumb
(το) χτυπητήρι
(το) αναδευτηρι
Beater
Stirrer
(ο) άβακας
Abacus
Счеты
(το) ζάρα - (τα) ζάρες
Ζαρωμένα ρούχα
Wrinkles on clothes
Περίπλοκος
Complicated
(το) ράμφος - (τα) ράμφη
Beak
(ο) φεγγίτης
Sky light
(η) ηλιοροφή
Sun roof in a car
(η) ίδρυση
(το) ίδρυμα
Establishment
Επικράτηση
Prevalence, predominance
γνήσιος, α, ο
Genuine
Κοπιάζω
Κόπος
Labor, make effort
Toil
Οποίος κοπιάζει, αμείβετε
ασταθής, -ης, -ες
(η) αστάθεια
Unstable
Instability
(η) προσπέραση
Overtaking
Δωροδοκώ
(η) δωροδοκία
Bribe
Λαδώνω
(η) επιμονή
Επιμένω
Persistence
Insist
Υποτιμώ
Underestimate
Μιν υποτιμάς ποτέ τον αντίπαλο σου
Μέτρον Άριστον
Moderation
(η) κολακεία
Flattery
Το άγιο δισκοπότηρο
Sacred, holy grail
(ο) κότσυφας
Blackbird
(το) ξίφος = (το) σπαθί
Sword
(η) αποταμίευση
Savings
(ο) αμμόλοφος
Dunes
(ο) απόγονος
Descendant
(ο) εισβολέας
Εισβάλω
(η) εισβολή
Intrude
Intrusion
(η) ανάμνηση
Memory
Ενθαρρύνω
Encourage
Επιβραβεύω = επαινώ
Reward
Εμπεδώνω = καταλαβαίνω σε βάθος
Consolidated (knowledge)
Χωνεύω
Digest
Ομογενής
Expat
Άτομο που έχει την ίδια καταγωγή η εθνικότητα με εμάς αλά ζει στο εξωτερικό
Προσεγμένος
Careful
(ο) αφηγητής (οι) αφηγητές
(γ) αφηγήτρια
Αφηγούμαι = διηγούμαι
Narrator
Το πρόσωπο που διηγείται ιστορία
Ανακουφισμένος
(η) ανακούφιση
Ανακουφίζω
Relieved
(η) απαλλαγή - η αίσθηση που νιώθει κανείς μετά από απαλλαγή
(το) συνέδριο
Congress
Μέσα μαζικής ενημέρωσης
Mass media
(το) κίνητρο
Motivation
(ο) διορισμός
Διορίζω / διορίζομαι
Πρωτοδιοριστος
Appointment
Appoint someone
Το κράτος θα διορίσει 2000 εκπαιδευτικούς
(η) ένταση
Intensity
Έχω πάθει υπερένταση
Αυτενεργώ
Act on my own/ proactive
Σιδερένιος, α, ο
Iron
Εκτονώσω
Relax
(η) αναστάτωση
Κομφούζιο
Upheaval
Οργισμένος, η, ο
Angry
(το) πείραμα
(η) δοκιμή
Experiment
(η) κατάληψη
Conquest (of schools)
Μέσα διαμαρτυρίας
Καταργώ το πανεπιστημιακό άσυλο
Abolish university asylum
(η) αναστάτωση
Αναστατώνω
Commotion
I stir
(η) οργή
Οργίζομαι / εξοργίζω/ εξοργίζομαι
Οργισμένος
Rage
Enraged, angry
(ο) σιδηρουργός
Blacksmith
Кузнец
(ο) μπογιατζής = ελαιοχρωματιστής
Painter
Σπουδαίος
Great
Η ταν ή επί τας
Πλούταρχο
Come back with your shield or on it.
Σκληραγωγώ
η σκληραγώγηση
Toughen up
Κάνω κάποιον πιο σκληρό
(το) κριθάρι
Barley
Ячмень
(η) ευγονία
Ugenics
Η απόκτηση πολλών υγιών απογόνων
Ευ + γίνομαι
(η) πειθαρχία
Πειθαρχώ
Είμαι πειθαρχημένος
Persuasion
(η) μάχη
Μάχομαι
(ο) μαχητής
Battle, fight
Η ισχύς εν τη ενώσει
The strength/power in unity
(η) προμήθεια
(ο) προμηθευτής
Προμηθεύω/ προμηθεύομαι
Provision
Supplier
(ο) Ανιχνευτής
(η) ανίχνευση
Ανιχνεύω
Detector (сопер)
Detection
Από ίχνος
(η) ηθική
Morality
Σύνολο κανόνων και αξιών με τους οποίους ορίζεται τι επιτρέπεται τι απαγορεύεται
(ο) πολίτης
Citizen
Житель гражданин
(ο) πωλητής
Seller, merchant
Αντικατάσταση
Αντικαταστώ
Replacement
Προαιρετικός, η, ο
Optional
Ανήλικος, η, ο
Κάτι από 18 ετών
Minor
Παρομοιάζω
Empathize
Сочувствовать
Λέω ότι μοιάζει
(η) βέργα
Pointer
Указка / κομμένο λεπτό κλαδί χωρίς φύλλα
Πρωτόγονος
Primitive
Πρωτόγονος άνθρωπος
(ο) κρίκος = χαλκός
Link (from chain)
(τα) δίδακτρα
Tuition fees
Only mult.
(η) προσέλευση
Attendance
Κυριολεκτικός
Literal
Μιλάω χρησιμοποιώντας κάθε λέξη η φράση με την κυρία σημασία τους
Ασυνήθιστος, η, ο
Unusual
Συνηθώ
Καταρχάς
First of all
Αναγκάζω
εξαναγκάζω
Force
Κάποιον να κάνει κάτι
Συνέλευση
Meeting
Συγκέντρωση μιας ομάδας ανθρώπων
(η) κατανάλωση
(η) καταναλωτισμό
Καταναλωτική τάση
Consumption
Η κατανάλωση καυσίμου
Trend consumption
Κατάλληλος, η, ο
Suitable
Απότομος
Απότομα
Steep
Abruptly
Ανάφλεξη
Ignition
(ο) ελιγμός
Maneuver
Φώτα τροχοπεδήσεως
Breaking lights
(η) προσέγγιση
Approach
Προσωρινά
Temporarily
(η) ιππασία
Horseback riding
Οι απολυτήριες εξετάσεις
(το) απολυτήριο
Graduation exam/ certificate
Εισαγωγή
Introduction (муз вступление)
(το) διήγημα
(η) αφήγηση - (ο) αφηγητής
Short story
Narrator
(η) κόλλα
Glue/sheet of paper
(το) σημείωμα
Note
Άφησα ένα σημείωμα στον άντρα
Αντλώ
(η) αντλία
Extract, pump, Извлекать
Συσκευή η όργανο που αντλεί ένα υγρό η αέριο
Επιεικής
(η) επιείκεια
Lenient, forgiving
Indulgence
(η) έδρα
Teachers desk
Кафедра
(η) προκαταβολή
Deposit, down payment
(η) ευγνωμοσύνη
Gratitude
Η αναγνώριση κάποιου καλού που μου έχουν κάνει
(η) θλίψη
Θλιβερός, η, ο
Affliction, dreary
Ο ψυχικός πόνος/πίεση
Αυτός που προκαλεί στεναχώρια
(το) βλέμμα
View, look
η ματιά/ η στροφή των ματιών σε κάποιον
Συναισθήματα - αγάπη, ευτυχία, έκπληξη
η αίσθηση - οι αισθήσεις: όραση, όσφρηση, ακοή, αφή, γεύση
Feelings
Scenes/sensation
Δια ζώσης
In person
Φοιτητική εστία
Dorm
Α.Ε.Ι. Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα
ΑΤΕΙ Τεχνολογικά
College
(τα) εξέταστρα
Exam fee
(η) φοίτηση
Studies
Η φοίτηση στην ιατρική σχολή διαρκεί 6 έτη
(η) επιστήμη
(η, ο) επιστήμονας
Science
Scientist
(το) σοκάκι
Small narrow road
(το) κομπολόι
Rosary
Чётки
(το) υφαντό
Textile
(ο) τομίας = ευνούχος
Eunuch
(η) παρενέργεια - (οι) παρενέργειες
Side effects
Οι παρενέργειες των φαρμάκων
Παρόλο (αν και)
Despite, even if
Απολύω /απολύομαι
(το) απολυτήριο
Terminate/ graduation (аттестат)
Διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του
(η) μεταρρύθμιση
Reform
Μεγάλη οργανωμένη αλλαγή
Η συντριπτική πλειοψηφία
The absolute majority
(η) απαλλαγή
Απαλλάσσω
Exemption
Απαλλάχτηκα από τα χρέη
(η) προοπτική
Perspective
Καλύτερες προοπτικές στον Ελλάδα
Εισαχθώ - εισάγομαι
Admit
Η εισαγωγή σε πανεπιστήμιο
Υποδεικνύω
Indicate
(το) απόσπασμα
Excerpt
Είναι τμήμα ενός συνόλου
Σκοντάφτω
Stumble
Χτυπώ το πόδι μου πανό σε ένα χαμηλό εμπόδιο, χάνο την ισορροπία
(το) σύνθημα
Slogan
Φράση με πολιτικό περιεχόμενο που τη φωνάζουν ρυθμικά
Οφείλω - οφείλονται
Owe- obligated
Χρωστώ, έχω ηθική υποχρέωση
Σου οφείλω μια συγγνώμη
Ψηφιακός, η, ο (το) ψηφίο
Ψηφίζω - (η) ψήφος
(το) ψηφιδωτό
Εικονική πραγματικότητα
Digital/ digit/ vote
Mosaic piece
Virtual reality
(η) γενιά
Το χάσμα των γενεών
Generation gap
χρηστικός, η, ο # άχρηστος
Used easily
πρακτικός
Φοιτώ - (ο) φοιτητής
Απόφοιτος
Graduate
Αυτός που έχει αποφοιτήσει
(η) υποδομή
Infrastructure
(ο) κόπος
Κοπιάζω
Attempt - η προσπάθεια
Τα πάντα θέλουν τρόπο και όχι κόπο
Ποσό κάνει ο κόπος σας/τι σας οφείλω
Παθιαζομαι
Passionate
Κομψός, η, ο
Elegant
Που διαθέτει επιμελημένη και καλαίσθητη εμφάνιση
(η) ένταξη (οι) εντάξεις
Integration
Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντάσσω
(η) πυξίδα
Compass
Αυθόρμητος, η, ο
Spontaneous
Που γίνει χωρίς να υπάρχει πολλή σκέψη
Πολύτιμος
Precious, valuable
Πολύ σημαντικός
(η) ξεγνοιασιά
Ξέγνοιαστος
Carefree
(η) άγνοια
αγνοώ - αρνούμαι
Ignorance, ignore
αγνοημένος - ignored
Πρόσφατος, η, ο
Recent
(ο) πυρήνας
Πυρηνική
Πυρκαγιά
Atom, core
Atomic
(το) διάστημα
διαστημικός
Space (skies and break)
Ένα διάστημα μετά το κόμμα
Στο διάστημα υπάρχουν χιλιάδες αστέρια
(η) περιπλάνηση
Περιπλανιέμαι
Wander around, travel, rotate
Εναλλακτικός
Alternative
Εναλλακτικές πηγές ενέργειας
ό, τι = όποτε = οποία ώρα
Whatever
(η) ίωση = (η) ασθένεια
(ο) ιός
Viral infection, virus
Περνάω μια ίωση.
(το) κοινό κρυολόγημα
(το) αγαθό - (τα) αγαθά
αγαθός, η, ο
The goods
αξία
Naive = αφελής και απλοϊκός
ερμηνεύω
Read, исполнять изображать
(η) άμυνα
Defense
Στρατός
Θολώνω
Θόλος, η, ο
Obscure, cloud (judgment), muddle
Χάνω διαύγεια (clarity), δεν έχει η ευκρίνεια
(το) κενό
Συμπληρώνω το κενό
Vacuum
Διαδίδω - Διαδίδομαι = συμβάλλω
Spread, transfer, contribute
(η) ξενιτιά
Foreign lands
Αναλύω
Analyze
Μειώνω = ελαττώνω
Reduce
γνήσιος
genuine
(η) ίδρυση
Establishment
Αμοιβώ
(η) αμοιβή
Payment
(το) σκαμπό (τα) σκαμπό
Small chair
(η) επιβίωση
Survival
Άφθονος, η, ο
Abundant, plenty
(η) πλήμμη
High tide
Прилив
Αρκώ - άρκεσα - αρκέστηκα (εξαίρεση από εθηκα)
Enough
(αρκούμαι σε ένα πιάτο μακαρόνια)
(αρκώ, τελώ, καλώ)
συντελώ = συμβάλλω
Contribute
Βοηθάω
(η) Μετανάστευση
Μεταναστεύω
(ο) μετανάστης
Immigration, immigrant
(γ) λογοκρισία
διακρίνω (=βλέπω)
Censorship, цензура
Κυλάω - κύλησα - κυλίστηκα (εξαίρεση από ηθηκα)
Roll, flow
Ο χρόνος κυλάει γρήγορα
βρίζω
(η) βρισιά
Insult
χρησιμοποιώ υβριστικές εκφράσεις
Όργανα: πνευστά, έγχορδα, κρουστά, πληκτροφορα
Pneumatic, string, percussion, key(board) instruments
(ο) ναργιλές
τεκές
Hookah
Hookah bar
(το) περιθώριο
Περιθωριακός, η, ο
Margin, outsiders
Δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης
(το) τύμπανο
Drum
(ο) όρκος
Ορκίζομαι
Swear
Η τελετή της ορκομωσίας swearing-in ceremony
χλωμός, η, ο
Pale
(η) επιχείρηση
(το) επιχείρημα = συλλογισμός
Business
Argument (reasoning)
στερώ
Deprive
Αφαιρώ ένα στοιχείο που θεωρείται απαραίτητο
ένοχος, η, ο # αθώος, α, ο
(η) ενοχή
Guilty # innocent
Guilt
επιταγή
Check
προβάλλομαι - προβλήθηκα
Show-off, I’m projected
Του αρέσει να προβάλλεται δείχνοντας πολυτελή σπίτια
(ο) τσαγκάρης
Shoemaker сапожник
Παρ´ όλο
Despite
Εξαιτίας/λόγω
Because, due to
Η συναυλία ακυρώθηκε εξαιτίας κακοκαιρίας
άκυρος, η, ο
Άκυρο = ακατάλληλο, άσχετο
Canceled
Δεν ισχύει, δεν υπάρχει,δεν θα γίνει
(η) στεριά # (η) θάλασσα
Land суша
(το) βαπόρι
Ship
Το καράβι
(η) ερμηνεία
Execution of a song
(το) λαϊκό (έντεχνο), δημοτικό τραγούδι - εξέλιξη από Ρεμπέτικα
Народные песни
(η) φαγούρα = (ο) κνησμός
Με τρώει
itch
Ταχεία ανάρρωση = περαστικά
Get well soon
Άρρωστος = α (χωρίς) + ρώμη (δύναμη)
Άδεια αναρρωτική
δεδομένα
data
(η) διάκριση
Διακρίνω
Διακριτός, η, ο
Set apart, distinction
Αυτός που μπορώ να διακρίνω
(η) πυγμαχία (ο) πυγμάχος
Πυξ = μπουνιά
Box, boxer
Kick
(το) ακροατήριο
Audience
ηπειρώτικος - αυτός από Ήπειρο
ηπειρωτικός - ηπειρωτική # νησιωτική Ελλάδα
Continental # islander
Αποθεώνω
Glorify
διαλύω - διέλυσα - διαλύθηκα
(το) διάλυμα
Dissolve
Solution
(το) αφιέρωμα - η έκδοση προς τιμήν κάποιον
(η) αφιέρωση - αποτέλεσμα του αφιερώνω
Dedication
(ο) παραλήπτης (η) παραλήπτρια
Receiver, recipient
Προορίζομαι
Destined, intended
Δέμα προορίζεται για μένα
(η) συνέντευξη
Interview
Καθετί
Κάθε πράγμα, οτιδήποτε
Everything
(το) καθεστώς
Regime
το πολιτικό σύστημα
(ο) διανοούμενος (οι) διανοούμενοι
(ο) νους
Intellectual интеллигенция
Mind
(η) επιδρομή
Raid
Εισβολή
Κομψός, η, ο
Elegant
Με προσεγμένη εμφάνιση
Σε αντίθεση με/ αντίθετα
On the contrary
(η) απώλεια όρασης = τυφλός, η, ο
Vision loss, blind
συνεννοούμαι
Communicate
Φιλάω - φιλάκια
φυλάω - κρύβω, στο κρυφτώ
Kiss
Set aside, hide, count (in game)
(οι) ώρες αιχμής
Rush hour
Η αιχμή του δόρατος - tip of the spear
(η) έναρξη (εν+αρχή) # (η) λήξη
Inception # expiration
Εισπράττω - εισέπραξα - εισπράχθηκα
Εισπράκτορας
Earn
Collector
Παίρνω τα χρήματα
έστω = ακόμα
At least
(το) σύνολο
Συνολικός
Total
(η) βήμα
(ο) βηματισμός
Step, pacing
Ελαττώνω - ελάττωσα - ελαττώθηκα
Reduce
(η) αμοιβή
Αμείβω
Payment
Get paid for work
(η) διαδικασία
Procedure
Επιβάλλω
(η) επιβολή
Impose
Enforcement
Επιβάλλεται να γίνει = πρέπει
Οδυνηρός, η, ο
(η) οδύνη
Επώδυνος, η
Painful, pain
Προκαλεί οδύνη, μεγάλο πόνο
Ραγίζω
Crack
Παραμελώ - παραμέλησα - παραμεληθηκα
(η) επιμέλεια # (η) αμέλεια
Επιμελής
Neglect # diligence
Diligence
(ο) πόρος
Άπορος
Resource
Φτωχός
Ασκώ / ασκούμαι
Exercise
Ωφελώ # βλάπτω
Benefit # harm
(το) λαχείο
Lottery ticket
(η) δόξα = (η) φήμη
Glory - fame
Άσε που/ επίσης /επιπλέον / εξάλλου
Moreover, additionaly
(η) πρόποση
Toast
Ικανοποιώ
(η) ικανοποίηση
Satisfy, satisfaction
Δίνω σε κάποιον ικανοποίηση
Ικανοποιήθηκα με/από κάτι
ωφελώ
Ωφελούμαι
Help, benefit from
Προσφέρω κάποια ωφέλεια (βοήθεια) σε κάποιον
υποφέρω
Suffer
(τα, οι) εξής
Following
Έλειπαν οι εξής …
(η) απελπισία
Απελπίζομαι - απελπίστηκα
Hopeless, desperate
Χωρίς ελπίδα
(η) καρφίτσα
Pin, brooch
ματαιώνω = ανακαλώ, ακυρώνω
Abort, cancel, call off.
(το) χασμουρητό
Yawn
Εκφωνητης (εκ + φωνή)
Broadcaster, радиоведущий
Άθλιος, -α, ο
οι άθλοι
(η) αθλιότητα
(ο) άσλη= αγώνας
Miserable
misery
Αντικειμενικός, η, ο = από πολλά
Υποκειμενικός, η, ο = από μένα
Objective, fair
Subjective, personal
Καταβάλλω = πληρώνω
Pay
Προσβάλλω
Offend
(η) μόλυνση
μολυσμένος, η, ο
η ατμοσφαιρική ρύπανση
Infection, pollution
(η) διάδοση = εξάπλωση
Spread, pass around, распространение
Ψηφιακός, η, ο
Digital
(ο) χαβαλές = πλάκα
Fun
(η) Σαρακοστή
Καλά κούλουμα!
40 days before Easter
συναρπαστικός, η, ο
Catchy, Увлекательный
(το) διάστημα
(το) διαστημόπλοιο
Space
(η) επίθεση
(η) βία
Aggression
η άσκηση έντονης κριτικής εναντίον κάποιου
Violence
(η) εγκληματικότητα
εγκληματικός
Criminality
Criminal
Εθίζομαι
Get addicted
(το) δελτίο
Bulletin
το δελτίο ειδήσεων
(η) χάντρα
Bead
Πέτρα από μπιζού
Η θαλάσσια χαντρα φοριέται
(το) δελτίο
Bulletin
(η) πρόγνωση
Forecast
(η) χάντρα (οι) χάντρες
Bead
Δεν πετυχαίνω = αποτυγχάνω
Fail
Έγκαιρος
Timely, on time
Υποβάλλω
Submit
υποβάλλω παραίτηση, αίτηση
Καταθέτω
(τα) προσόντα
Qualifications
Βιογραφικό σημείωμα
CV
(η) προϋπηρεσία = επαγγελματική εμπειρία
Experience
(η) προαγωγή
Promotion
OAEΔ Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού = γραφείο εύρεσης εργασίας
Employment office
Επιχειρηματίας ο, η
Businessman
Τομέας
Sector
(η) βιομηχανία
Industry
Βιοτεχνία = small industry
Εταιρία = επιχείρηση
Business
Αργία
Public holiday
(η) πρόληψη (οι) προλήψεις
Predictions
Πίστη του λαού
(ο) γόης
γοητευτικός
Charmer
Ο ωραίος άντρας
Εκτονώνω/ εκτονώνομαι
(η) εκτόνωση
Relax/ I relax
Relaxation
Ξεσκάω
Άκεφος
Δεν έχω διάθεση
Cheerless
(η) ανάληψη (να πάρω)
η) κατάθεση (να βάλω χρήματα
Withdrawal, deposit
Να βάλω υποθήκη την περιουσία μου
Mortgage my property
(η) συνάλλαγμα
Exchange
Κάνω συνάλλαγμα
ΑΤΜ (Αυτόματη Ταμειακή Μηχανή)
ATM
(η/ο) αποστολέας
Sender
(ο) παραλήπτης
(η) παραλήπτρια
Receiver
Παραλαβή ενός δέματος
(το) γράμμα = (η) επιστολή
Letter
Μπορώ να το στείλω απλό, συστημένο (registered), κατεπείγον
ΑΦΜ αριθμός φορολογικού μητρώου
SSN
(το) εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας
Tax clearance note (справка налоговой инспекции)
πλην (-)
Minus
(το) όριο (τα) όρια
Limit
(η) επισκευή
Repair
Προσέγγιση
Approach
(η) διάβαση (οι) διαβάσεις
Passage
η ενέργεια του διαβαίνω, το πέρασμα
η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη σε αυτό το σημείο
Κακομεταχειρίζομαι
Mistreat
Εγκαταλείπω
εγκαταλελειμμένος
Abandoned, I quit
Το πειραματόζωο
Test animal
Η ανάπτυξη πρωτοβουλιών
Development of initiatives
Απόκτηση υπευθυνότητας
Acquisition of responsibilities
(η) δέσμευση
Commitment
(η) επιβάρυνση
Charge
Οικονομική επιβάρυνση
(η) διέλευση
Transit
Απαγορεύεται η διέλευση χωρίς στάση
πρατήριο καυσίμων
Gas station
(η) στάση - σταματάω
(η) στάθμευση - παρκάρω
Stop
Parking
επιταχύνω
Επιτάχυνση
Accelerate, acceleration
(το) εργοτάξιο
Construction site
ραγδαίος, η, ο
Fast, abrupt
(ο) υποσιτισμός
Malnutrition
Καταργώ κάτι
Stop, cancel
Το σταματάω να λυτουργεί
αφελής, ης, ες/εις, εις, η
(αίτ. η, η, ες/ γεν. ους, ους, ους)
(Πληθ. εις, εις, η/ων, ων, ων)
Naive
διαμπερής, ης, ες
διαμπερές διαμέρισμα (το)
Bright
ευάερος, η, ο
Airy (apartment)
ευρύχωρος, η, ο
Spacious
Πλήρως ανακαινισμένος, η, ο
Completely renovated
(η) διαρρύθμιση
Layout
Το διαμέρισμα έχει κακή διαρρύθμιση
Οι κοινόχρηστοι χώροι
Common areas
(ο) φωταγωγός
Skylight
Ο χώρος υποδοχής
Reception area
(το) καθιστικό = (το) σαλόνι
Leaving room
(ο) ημιυπαίθριους χώρος
Semi-outdoor space
(το) πατάρι
Loft
(η) σοφίτα
Attic
Λιτός, λιτή, λιτό
Simple
Η λιτή επίπλωση
εντοιχισμένος, η, ο
Wall-in, built in
Οι εντοιχισμένες συσκευές
(ο) ένοικος
Tenant
Ο ένοικος πολυκατοικίας
(ο) διαχειριστής, η διαχειρίστρια
(η) διαχείριση
Administrator/administration
Αναλαμβάνω τη διαχείριση της πολυκατοικίας
(η) εγγύηση
Warranty
δίνω προκαταβολικά δυο ενοίκια ως εγγύηση
Εξοφλώ
Pay
Εξοφλώ λογαριασμούς
(η) συντήρηση
Maintenance
Ανθεκτικός, η, ο
Durable, resistant
Ελαττωματικός, η, ο
Defective
Οι άτοκες δόσεις
Interest free installments
Τα ναύλα
The fares
(η) πτήση απευθείας
Direct flight
Χωρίς την ανταπόκριση (connection)
(η) καμπύλη
Curve
(η) κλίση
Slope
η πλαγιά είχε μεγάλη κλίση και μας δυσκόλεψε πολύ στην ανάβαση
(η) σήραγγα
Tunnel
Εκρηκτικός ή εύφλεκτος
Explosive and flammable
(η) αποβάθρα
Dock (loading)
(η) όχθη
River bank
ήπιος, ια, ο
Mild
(ο) παραβάτης
Offender, violator
διαδοχικός, η, ο
Consecutive
Διαδοχικές πιέσεις στο ποδοφρενο
καλύπτω
Cover
Μηδενίζω
Eliminate
(η) πέδηση
Braking
Φρενάρισμα
διανύω
Going through
διασχίζω
Συρμός
Train
Ευάλωτος, η, ο
Vulnerable
Κωφός
Deaf
Διατηρώ
Maintain
Επισημαίνω
Point out, indicate
Θαμπώνω
(το) θάμπωμα
Blure out
Blure
(ο) ανεμοθώρακας
Windshield
Αμυντικός, η, ο
Defensive
Αμυντική οδήγηση
(η) μέριμνα
Λαμβάνω μέριμνα
Concern, protection
Take care
(το) σφάλμα (τα) σφάλματα
Error, mistake, отклонение
Αμαρτία, λάθος, η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα
Απερίσκεπτος, η, ο
Reckless
Απερίσκεπτη συμπεριφορά
(Οι) κινητήριοι τροχοί
(ο) κινητήριος (η) κινητήρια
Motor wheels
Motor
όπισθεν
Revers
Η ταχύτητα του αυτοκινήτου που εξαναγκάζει το όχημα σε κίνηση προς τα πίσω
Ολισθαίνω
Skid, slide
δυσμενώς
Unfavorably (επίρρημα)
(ο, η) επαρκής (το) επαρκές
Enough, sufficient
(η) συμφόρηση
Congestion
(ο) επίδεσμος
Bandage
(η) υπνηλία
Sleepiness
Πρόσφυση
Traction
(η) κόπωση
Fatigue
υπαίτιος, υπαίτια, υπαίτιο
Guilty
αδίκημα φυγής
Fugitive offense
(η) φθορά
Wear, damage
ζημιά
Προξενώ
Cause
Δεν συνιστάται
Not recommend
(η) λυχνία
Lamp
Εκκίνησης
Starter, ignition
συσσωρευτής
Accumulator
Συνειδητοποιούμαι
Συνειδητοποιήσει
Realize
Awareness
υπερυψωμένος, η, ο
Elevated