Ch3 19/3/14 page 70 Flashcards
ανεξάρτητος
independent
αξιόπιστος, που μπορείς να τον εμπιστευτείς
dependable
ανεξαρτησία
independence
απροσμέτρητος, ανυπολόγιστος
immeasurable
μέτρηση
measurement
επίβλεψη, εποπτεία
supervision
αξιόλογος, αξιοσημείωτος
remarkable
άτομο που καταφέρνει να πετύχει κτ
achiever
κατόρθωμα, επίτευγμα
achievement
θεωρούμενος, φερόμενος
reputed
κατά τα λεγόμενα
reputedly
φήμη
reputation
ευπόληπτος, που έχει καλή φήμη
reputable
διακοπή ρεύματος
power cut
παράγω
generate
γεννήτρια
generator
παραγωγή
generation
επίμονος
insistent
ανανεώνω
renew
ανανέωση
renewal
ανανεωμένος
renewed
προνομιακός
preferential
πλαστογραφώ
forge
πλαστογραφία
forgery
έχω σημασία, “μετράω”
signify
σπουδαιότητα, σημασία
signifance
προνόμιο
privilege
υπερβολή, υπέρβαση
excess
συντηρώ, διατηρώ
maintain
απαγορεύω
prohibit
προοδεύω
progress
παρατείνω
prolong
απουσία
absence
ζήλος, εργατικότητα
diligence
αδιαφορία
indifference
αθωότητα
innocence
ακρίβεια
accurancy
ευπρέπεια
degency
το να είναι κτ επείγον
urgency
ευχέρεια (στη γλώσσα)
fluency
χρηματιστήριο
stockmarket
μη συνεργάσιμος
uncooperative
ατυχής
unfortunate
μη εξυπηρετικός
unhelpful
απρόβλεπτος
unpredictable