Verbs (1) Flashcards
To Enter
Μπαίνω, μπαίνεις, μπαίνει, μπαίνουμε, μπαίνετε, μπαίνουν
(PC): έμπαινα, έμπαινες, έμπαινε, μπαίναμε, μπαίνατε, έμπαιναν
(PS): μπήκα, μπήκες, μπήκε, μπήκαμε, μπήκατε, μπήκαν
(FC): θα [+ present tense]
(FS): θα μπώ, θα μπεις, θα μπείτε, θα μπείτε, θα μπούμε, θα μπείτε, θα μπουν
To go out
Βγαίνω, βγαίνεις, βγαίνει, βγαίνουμε, βγαίνετε, βγαίνουν
(PC): έβγαινα, έβγαινες, έβγαινε, βγαίναμε, βγαίνατε, έβγαιναν
(PS): βγήκα, βγήκες, βγήκε, βγήκαμε, βγήκατε, βγήκαν
(FC): θα [+ present tense)
(FS): θα βγω, θα βγεις, θα βγει, θα βγούμε, θα βγείτε, θα βγουν
To cut
Κόβω, κόβεις, κόβει, κόβουμε, κόβετε, κόβουν
(PC): έκοβα, έκοψες, έκοβε, κόβαμε, κόβατε, έκοβαν
(PS): έκοψα, έκοψες, έκοψε, κόψαμε, κόψατε, έκοψαν
(FC): θα + [present]
(FS): θα κόψω, θα κόψεις, θα κόψει, θα κόψουμε, θα κόψετε, θα κόψουν
To buy
Αγοράζω
To give
Δίνω
To touch
Αγγίζω
To hear, listen
Ακούω
To change
Αλλάζω
To light
Ανάβω
To breathe
Αναπνέω
To like
Αρέσω
To start, begin, commence
Αρχίζω
To leave, abandon
Αφήνω
To put, set, lay
Βάζω
To see, behold, look at
Βλέπω
To know, be aware of
γνωρίζω
To write
γράφω
To turn, return, change
Υυρίζω
To bind, tie, fasten
Δένω
To spank, beat
Δέρνω
To read, study
Διαβάζω
To choose
Διαλέγω
To teach
Διδάσκω
To be thirsty
Δίψω
To work
Δουλεύω
To hope
Ελπίζω
To prepare, get ready
Ετοιμάζω
To have
Έχω, έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν
P.C./P.S:
Είχα, είχες, είχε, είχανε, είχατε, ειχαν
F.C./F.S.:
Θα έχω, θα έχεις, ετς.
To want
Θέλω
To do, make, fulfill, accomplish, carry out
Κάνω
To understand
Καταλαβαίνω
To close, shut
Κλείνω
To look, gaze, attend, examine
Κοιτάζω
To swim
Κολυμπώ
To tell, say, speak
Λέω
To be absent
Λείπω
To wait, expect, wait for
Περιμένω
To walk
Περπατώ
To fall, tumble down
Πέφτω
To go
Πηγαίνω
To drink
Πίνω
To pay
Πληρώνω
To approach
Πλησιάζω
To attend, pay attention
Προσέχω
To cover, conceal
Σκεπάζω
To stυdy
Σπουδάζω
To travel
Ταξιδεύω
To finish
Τελειώνω
To run
Τρέχω
To eat
Τρώω
To be (irregular)
To exist (regular)
Είμαι
Υπάρχει
To leave, go away
Φεύγω
To be glad, have pleasure, delight
Χαίρω
To cook
Μαγειρεύω
To learn, be informed, become accustomed.
Μαθαίνω
To stay, remain, dwell
Μένω
To feel
Νιώθω
To believe, think, deem, suppose
Νομίζω
To dress
Ντύνω
To be sleepy
Νυστάζω
To know
Ξέρω
To play
Παίζω
To take, get, receive
Παίρνω
I will be having
I will have
Θα έχω
I had
I was having
Είχα
To be
Είμαι, είσαι, είναι, είμαστε, είσαστε, είναι
P.C./P.S.:
ήμουν, ήσουν, ήταν, ήμαστε, ήσαστε, ήταν
F.C./F.S.:
Θα είμαι, θα είσαι, ετς.
To be aware of, know
Γνωρίζω
To arrive, reach
Present Φτάνω/Φθάνω -εις -ει -ουμε -ετε -ουν
P.C. Έφτανα -νες -νε -ναμε (φτάναμε) -νατε (φτάνατε) -ναν (έφταναν)
P.S. Έφτασα -σες -σε -σαμε (φτάσαμε) -σατε (φτάσατε) - σαν (έφτασαν)
F.C.
Θα φτάνω, -νεις, -νει, -νουμε, - νετε, -νουν
F.S.
Θα φτάσω, - σεις. -σει, -σπυμε, -σετε, -στουν
Bake
Present
Ψήνω (-εις, -ει, -ουμε, -ετε, -ουν)
F.C.
Θα (+present)
F.S.
Θα ψήσω (-σεις, -σει, -σουμε,-σατε, -σαν)
P.S.
έψησα, έψησες, έψησε
ψήσαμε, ψήσατε, έψησαν
P.C.
έψηνα, έψηνες, έψηνε
Ψήναμε, ψήνατε, έψησα
Shop
Present
Ψωνίζω (-εις, -ει, -ουμε, -ετε, -ουν)
F.C.
Θα (+ present)
F.S.
Θα ψωνίσω (-σεις, -σει, -σούμε, -σετε, - σουν)
P.S.
Ψώνισα, ψώνισες, ψώνισε
Ψωνίσαμε, ψωνίσατε, Ψώνισα
P.C.
Ψώνιζα, ψώνιζες, ψώνιζε
Ψωνίσαμε, ψωνίζατε,, ψωνίσαν
Shout
Φωνάζω
To call
Λέω
Yell
Φωνάζω
Dance
Χορεύω
To shine, shimmer
φέγγω