LITE 18E Flashcards
rectangle
τετράγωνο, το
to surprise
εκπλήσσω/ομαι / θα εξεπλήξω / εξέπληξα
nutrition, nourishment
διατροφή, η
to negotiate
διαπραγματεύομαι
attentive, careful, diligent
επιμελής
lenient
επιεικής
to be left over, be more than enough, be in excess of
περισσεύω
to complain, whine, moan, murmur, grumble
παραπονιέμαι (θα παραπονεθώ)
to undress, take off clothes, strip naked
ξεντύνω
vegetation, greenery
βλάστηση, η
detector, tracer; scout, path-finder
ανιχνευτής, ο
there is lightning and thunder
αστράφτει και βροντάει / μπουμπουνίζει
visibility
ορατότητα, η
dense
πυκνός
borders
σύνορα, τα
to remind something in the future
υπενθυμίζω
to torture
βασανίζω
cholesterol
χοληστερίνη, η
inborn, innate, natural
έμφυτος
speed, pace, momentum; run-up (warm-up)
φόβα, η
it’s about…
πρόκειτα για…
robber
λήστης, ο
committee
επιτροπή, η
stop it, that’s nonsense
ό,τι να’ναι
divorced / separated
διαζευγμένος / χωρισμένος
to mislead, misinform
παραπλανώ
to guide, show around
ξεναγώ
to interrupt, break, heckle, sever
διακόπτω
eye witness
αυτόπτης μάρτυρας, ο
dark colored
σκούρος
steak, chop, cutlet
μπριζόλα, η
takeoff
απογείωση, η
origin
προέλευση, η
stream
ρυάκι, το
to gossip, backbite
κουτσομπολεύω
pipe, tube, conduit
σωλήνας, ο
terrorist
τρομοκράτης, ο
nationalism (negative)
εθνικοσμός, ο
mosquito
κουνούπι, το
fog / it is foggy
ομίχλη, η / έχει ομίχλη
to pass by/through, go across/over/through
διαβαίνω (να διαβώ, διάβηκα)
freezer
κατάψυξκλοη, η
consumption
κατανάλωση, η
obvious
προφανής
concern
μέλημα, το
transparent
διαφανός
neutral
ουδέτερος
to develop; to progress; to become, blossom
εξελίσσω/ομαι (εξελίξω / εξελιχθώ )
be careful (phrase)
έχω το νου μου
improper, unsuitable, unbecoming
ανάρμοστος
to climb up, go uphill
ανηφορίζω
letter of introduction or reference
συστατική επιστολή, η
stretching; area, size of building plot; expanse, area
έκταση, η
climbing, mountaineering
ορειβασία, η
exhaust-gas
καυσαέριο, το
traveller, passenger
ταξιδιώτης, ο
to drizzle, sprinkle
ψιχαλίζει
to be/feel sleep or drowsy
νυστάζω
awful, dreadful, horrible
απαίσιος
kidnapping, abduction
απαγωγή, η
to end, come to an end
λήγω
self-confidence
αυτοπεποίθηση, η
to seduce, tempt
πλανεύω
drug addict
ναρκομανής, ο/η
disadvantage
μειονέκτημα, το
hijacking
αεροπειρατεία, η
ring
δαχτυλίδι, το
day off, holiday; idleness
αργία, η
torrent, flood, gush
χείμαρρος, ο
rapist
βιαστής, ο
to disapprove of, frown on
αποδοκιμάζω
arrogant, selfish/person
εγωϊστής, ο
really
όντως / πράγματι / πραγματικά
to consume, spend, use
καταναλώνω
acidity; (metaph) sharpness, keenness, acuteness
οξύτητα, η
to match, pair, fit, go well together
ταιριάζω
civil war
εμφύλιος πόλεμος, ο
to accuse, charge
κατηγορώ
cause, reason, motive, occasion, opportunity
αφορμή, η
subtraction, deduction; elimination, removal
αφαίρεση, η
the main dish
τα κύρια πιάτα
minced meat (usually beef)
κιμάς, ο
evolution, progress; development
εξέλιξη, η
to burst into tears
ξεσπάω σε κλάματα
βάζω τα κλάματα
to be impatient
ανυπομονώ
millimeter
χιλιοστό, το
reservation, booking; withholding, reservation
κράτηση, η
it’s impossible to, it cannot possibly
αποκλείεται να
tiredness, fatigue
κούραση, η
smooth (surface)
λείος
to criticize, comment [on], remark upon, make remarks about
σχολιάζω
to enjoy, relish, savour
απολαμβάνω
location, site
τοποθεσία, η
to worry, be worried/anxious/concerned
ανησυχώ
natives, indigenous peoples, aboriginals
γυγενείς, οι (pl only)
thief
κλέφτης, ο
cave
σπήλαιο, το
dark-skinned
μελαχρινός
land, terra firma
στεριά, η
sunscreen
αντηλιακή κρέμα, η
famed, famous, celebrated
φημισμένος / περίφημος / ξακουσμένος / γνωστός
straight
ίσιος
to exhaust my strength
εξαντλώ τις δυνάμεις μου
bark, peel, skin
φλούδα, η
stocks, shares (eco); participle (lang)
μετοχές, οι (μετοχή, η)
poor, wretched, miserable
ταλαίπωρος
to act on, affect, influence
επιδρώ (σε)
part-time
μερική απασχόληση
disposal
διάθεση, η
ethical; moral
ηθικός
drop, spot, trickle
σταγόνα, η
valid
έγκυρος
to inform, to brief, to familiarize
ενημερώνω
mouse
ποντίκι, το
looting, plunder; snatching away, seizing
αρπαγή, η
welcome, reception, meeting
υποδοχή, η
anyhow; without fail, one way or another
οπωσδήποτε
descent, origin, lineage, parentage
καταγωγή, η
boundary, frontier
όριο, το
peninsula
χερσόνησος, η
to threaten
απειλώ
to not know, be unaware of
αγνοώ
thanks to…
χάρη σε…
masculine
αρσενικός
to disturb, upset, spoil, effect
διασταράσσω (θα διασταράξω)
to correspond with
αντιστοιχώ
silver
ασημένιος / αργυρός (silver medal, olympics)
interrogation, questioning
ανάκριση, η
You’ll regret doing this, don’t do something risky (phrase)
θα φας το κεφάλι σου
unhealthy
ανθυγιεινός
cheek
μάγουλο, το
benefactor
ευεργέτης, ο (η ~ισσα, ~ρια)
separated, but divorce not official
σε διάσταση
virus
ιός, ο
access, approach
πρόσβαση, η
best, first-rate, excellent, superior, distinguished
άριστος
cooking
μαγείρεμα
to quote, cite; to mention, indicate
παραθέτω
guide (tours)
ξεναγός, ο
to depreciate, devalue; underestimate, undervalue
υποτιμώ
sad, distressed, grieved, sorrowful
θλιμμένος
fine/upstanding man, dashing man, devil
λεβέντης, ο (η, λεβέντισσα)
raining chair legs / cats and dogs
βρέχει καρεκλοπόδαρα
withdrawl (bank)
ανάληψη, η
fox
αλεπού, η
to swallow
καταπίνω
[house] painter
μπογιατσής, ο
to comfort, console
παρηγορώ
daring, bold; mettlesome, reckless
τολμηρός
cow
αγελάδα, η
canyon
φαράγγι, το
to employ
προσλαμβάνω
the sun rises
ανατέλλει, ανάτηλλε / βγαίνει
production, manufacture
παραγωγή, η
pork
χοιρινός
highest point, tip, edge; prosperity
ακμή, η
rarely
σπάνια
to waver, oscillate; to float, fluctuate, range, vary
κυναίνομαι (κυμανθώ)
fishing line, flying line
πετονιά, η
dose; installment, partial payment
δόση, η
to report; tell of, report, describe
αναφέρω
to envy, be jealous of
ζηλεύω
length
μήκος, το
walk, hike
πεζοπορία, η
mass media
μέσα ενημέρωσης, τα
nutritious
θρεπτακός
to speak the truth, something so clear no one can object
σπάει κόκαλα
inspiration
έμπνευση, η
judge
δικαστής, ο
to exploit, utilize, make use of
εκμεταλλεύομαι (θα εκμεταλλευτώ, εκμεταλλεύτηκα)
width
πλάτος, το
tortoise, turtle
χελώνα, η
likeable, agreeable, pleasing
αρεστός
unrest, restlesness, disturbance, uproar
αναταραχή, η
earrings
σκουλαρίκια, τα
to sadden distress, grieve, sorrow
θλίβω
to have the time to, do something in time, make it
προλαβαίνω
ghost; elf, goblin; scarecrow
στοιχείο, το
obesity
παχυσαρκία, η
nightmare
εφιάλτης, ο
roasted, boiled, grilled
ψητός
turmoil, commotion, mayhem
αναστάτωση, η
to accompany, escort, convoy
συνοδεύω
hail / it is hailing / it hailed
χαλάζι, το / έχει χαλάζι / έριξε χαλάζι
to dirty, soil
λερώνω
copper, bronze
χάλκινος
to claim (a right); to contend, fight
διεκδικώ
light-skinned
ανοιχτόχρομος
shade, shadow
σκιά, η
to whine, whimper; to complain, mutter
γκρινιάζω (ξω)
smooth, soft, delicate
απαλός
expired
ληγμένος
masterpiece
αριστούργημα, το
pleasant, agreeable, enjoyable, delightful
ευχάριστος
to hesitate, waiver
διστάζω
agriculture, farming
γεωργία, η
to rob
ληστεύω
threat, menace
απειλή, η
to defend, plead, advocate
υπερασπίζω
establishment
σύσταση, η
appetizers
ορεκτικά, τα
irregular, rough, uneven
ανώμαλος
combination
συνδυασμός, ο
to flood, overflow, inundate
πλημμυρίζω
wetlands
υγροβιότοπος, ο
to treat, offer, buy
κερνάς, κεράσω, κέρασα
to construct/make, manufacture, produce
κατασκευάζω
master’s Degree / post-graduate
μεταπτυχιακός
nest; lair, den
φωλιά, η
full-time
πλήρης απασχόληση
to explore
εξερευνώ
rape
βιασμός, ο
to scare, frighten, terrify
τρομάζω (ξω)
prejudice, bias
προκατάληψη, η
worthy of love, lovable
αξιαγαπητός
surname, family name
επώνυμο, το
robbery
ληστεία, η
bite, mouthful
μπουκιά, η
boring, tiresome, tedious
βαρετός
shape
σχήμα, το
lightning
αστραπτή, η
bracelet
βραχιόλι, το
rhombus
ρόμβος, ο
lane, strip
λουρίδα, η
ellipse
ελλειπτικό, το
to sentence, condemn
καταδικάζω
boiled
βραστός
to order, command, direct
διατάζω
(active) to subtract, eliminate
(passive) to be absent-minded, wander
αφαιρώ/όμαι
psalm, chant
ψαλμός, ο
to get goose bumps, shiver, shudder, tremble
ανατριχιάζω
goat
κατσίκα, η
to benefit, be beneficial
ευεργετώ
pessimism
απαισιοδοξία, η
to glue, paste, stick; to piece together, solder, weld
κολλάω
calorie
θερμίδα, η
to contribute, play/have a part in; to join, meet
συμβάλω
to warn, caution, notify in advance
προειδοποιώ
addicted
εθισμένος (στο ποτό, στα ναρκοτικά, στην πορνογραφία)
rainbow
ουράνιο τόξο, το
thunder
κεραυνός, ο
coincidence
σύμπτωση, η
pollution, contamination, infect
μόλυνση, η
valley
πεδιάδα, η
sham friendship
λυκοφιλία, η
to affect, influence
επηρεάζω
to spoil, ruin
χαλάω (active and passive meaning)
card, pass; bulletin, newsletter, report
δελτίο (καιρού, εδήσεων, πορείας πχ)
to acquit, exonerate, clear, pronounce not guilty
αθωώνω
to deceive
εξαπατώ
arrest, capture, catch
σύλληψη, η
chauvinism, jingoism
σωβινισμός, ο
countertop, work bench
πάγκος, ο
telescope
τηλεσκόπιο, το
flood
πλημμύρα, η
flight attendant
αεροσυνοδός, ο/η
to hang, suspend
κρεμάω
passer-by
διαβάτης, ο
despite… noun
παρά
distance, run, course; trip, voyage; route
διαδρομή, η
worsen, deteriorate, aggravate, get worse
χειροτερεύω
it’s a problem, it’s difficult (phrase)
είναι μπέλας
to come from, be a native of, be descended from
κατάγομαι
to nail, pin
καφώνω
globalization
παγκοσμιοποίηση, η
rock
βράχος, (πλ) βράχοι, οι / βρακιά, τα
theft, stealing
κλοπή, η / κλέψιμο, το / κλεψιά, η
detection; searching, tracking
ανίχνευση, η
to develop; to grow, expand; to evolve, expand; to deploy
αναπτύσσω/ομαι (αναπτύξω / αναπτυχθώ )
to wander, ramble, roam
περιπλανιέμαι
burning; (metaph) cutting, biting, stinging
καυστικός
to hide, conceal, cause to disappear
εξαφανίζω
to receive, to welcome
υποδέχομαι
colonist, settler
άποικος, ο
look, glance
βλέμμα, το
traveller, tourist, sight-seer
περιηγητής, ο
feminine
θυλικός
the suspense, pendancy, abeyance
εκκρεμότητα, η
to cross, go across, traverse
διασχίζω
to cough
βήχω
Sunday School
κατηχατικό, το
continental
υπειρωτικός
grocery store
μανάβηκο, το
to spread [out], stretch out, unfold
απλώνω
majority
πλειοψηφία, η
branch, fork; branch, field, discipline
κλάδος, ο
show, demonstration, exhibition, display
επίδειξη, η
attack, offensive, assault
επίθεση, η
old, senior
ηλικιωμένος
turbulence (technical and colloquial terms)
αναταράξεις, οι; τα κενά αέρος
cool, calm, composed
ψύχραιμος
parallelogram
παραλληλόγραμμο, το
green-grocer
μανάβης, ο
planting dangerous ideas
εισάγει καινά δαιμόνια
disposition, temper, humour, frame of mind; disposal
διάθεση, η
scout[ing], search[ing]
ανιχνευτικός
deprivation, forfeiture, loss
στέρηση, η
to install
εγκαθιστώ/όμαι (θα εγκαταστήσω, εγκατέστησα / θα εγκατασταθώ, εγκαταστάθηκα)
to realize, become conscious of
συνειδητοποιώ
poster, playbill
αφίσσα, η
thread, yarn, fiber
κλωστή, η
to satisfy, appease
ικανοποιώ
triangle
τρίγωνο, το
to confuse, mis-up, muddle; to get in trouble
μπλέκω, έμπλεξα
obligation, duty, responsibility
υποχρέωση, η
to recommend, advise, urge; to consitute, institute, set up
συνιστώ
debate, controversy, argument
λογομαχία, η
anger, temper; sum of all feelings, emotions
θυμός, ο
bond, tie, affiliation
δέσμος, ο
(adv) backwards, upside down, inside out
ανάποδα
to defend oneself, fight in defense of
αμύνομαι
furnished
επιπλωμένος
indicative, suggestive; sign
ενδεικτικά, η
to produce, generate; (passive) be derived from, come from
παράγω, παράγομαι
cool, fresh
δροσερός
centimeter
εκατοστό, το
necklace (long and shorter/normal)
καλιέ, το / αλυσίδα, η
deposit (bank)
κατάθεση, η
introvert, withdrawn
εσωστρεφής
fraud, deceit
απάτη, η
to burst into flames
ξεσπάει φωτιά
reading, reading passage
ανάγνωσμα, το
crime, outrage
έγκλημα, το
kindness, benefaction
ευεργασία, η
to wreak havoc, to damage
κάνω ζυμιά
always at the fringe, never in the middle (phrase about behavior, or opinion)
είναι ή του ύψους η του βάθους
to stick, thrust, dig (passive: interfere)
χώνω (χώνομαι)
aboriginal, native, indigenous (adj)
(ο/η) αυτόχθων, (το) αυτόχθου, (του) αυτόχθονος
advantage
πλεονέκτημα, το
at a distance (learning)
εξ αποστάσεως (εκπαίδευση)
exception
εξαίρεση, η
deposit
προκαταβολή, η
it suits me
μου ταιριάζει
influence, pull
επιρροή, η
error, illusion, delusion
πλάνη, η
during
κατά την διάρκεια (του/της/του)
to sneeze
φτερνίζομαι
pleased, satisfied, content, glad, happy
ευχαριστημένος
to approve of, agree with
επιδοκιμάζω
fleet
στόλος, ο
obligatory, compulsary
υποχρεωτικός
degree
πτυχίο, το
to report; to mention; to refer to, reference
αναφέρω
+, -, x, /
και, μείον, επί, διά
last year
πέρσι
to reveal, show, (passive: appear)
εμφανίζω
murder, killing / assassination
φόνος, ο / δολοφονία, η
debt; obligation, duty
χρέος, το
ignorance
άγνοια, η
the accused
κατηγορούμενος
to avenge, revenge (oneself)
επδικούμαι (θα επδικηθώ, επδικήθηκα)
expert, specialist, connoisseur, authority
ειδικός, ο
to dislike, abhor, detest, loathe
απεχθάνομαι
to stumble, to miss one’s step
παραπατάω
catechism; indoctrination (political)
κατήχηση, η
agrarian, rustic, rural, agricultural / agricultural, farm, rural
αγροτικός / γεωργικός
budget, estimate
προϋπολογισμός, ο
independent, self-employed, maerick
ανεξάρτητος
even though +verb
αν και
μολονότι
παρόλο που
ενώ
regime, established order, status quo
καθεστώς, το
uniform
στολή, η
the other day (phrase)
τις προάλλες
cry-baby, grumbler, nagger
γκρινιάρης
to exasperate, irritate, madden, fluster, annoy / get on sb’s nerves, make sb nervous, angry, cross
εκνευρίζω / νευριάζω
minority
μειοψηφία, η / μειονότητα, η
jewelry
κοσμήματα, τα
thunderstorm, heavy rain, cloudburst
καταιγίδα, η
to replace, substitute for
αντικαθιστώ (θα αντικαταστήσω, αντικατέστησα / θα αντικατασταθώ, αντικαταστάθηκε)
to complain, whine, moan
παραπονιέμαι / θα παραπονεθώ / παραπονέθηκε
departure, starting, take-off (airplane)
αναχώρηση, η
to wash hair, shampoo
λούζω
special, particular, specific
ειδικός
to lose weight
αδυνατίζω
to trace, track
ανιχνεύω
kitchen sink
νεροχύτης, ο
motive, motivation
κίνητρο, το
despite +noun
παρά
murderer / assassin, killer
φονιάς, ο / δολοφόνος, ο
local, native, indigenous, homegrown
ντόπιος
bench
παγκάκι, το
to catch, take; to clasp, seize
αρπάζω
trunk (tree)
κορμός, ο
usually
συνήθως
wall (outside, maybe for defense)
τοίχος, το
sink (bathroom)
νιπτήρας, ο
human trafficking
διακίνηση ανθρώπων, η
remorse
τύψεις, οι (τύψη, η)
to drain, dry up, season
αποχηραίνω
get the evil eye from someone, get bad energy from them
ματιάζομαι / με πιάνει το μάτι
therefore
οπότε, άρα, επομένως
patriotism
πατριωτισμός, ο
skyscraper
ουρανοξύστης, ο
to sing, chant
ψέλνω (έψαλα, ψάλθηκε)
sausage
λουκάνικο, το
to dominate, govern, rule, master
κυριαρχώ
to fulfill, perform
εκπληρώνω
to reflect
αντανακλώ
interest, advantage, profit
συμφέρον, το
mislead, misguide, deceive
παραπλανώ
next year
του χρόνου
concert
συναυλία, η
this year
φέτος
I am cheated by, someone is cheating me
γελιέμαι / θα γελαστώ / γελάστηκα
to make dizzy
ζαλίζωμαι
to move, touch, affect (emotional)
συγκινούμαι
sorrow, sadness, distress, grief
θλίψη, η
impact, influence, effect
επίδραση, η
nap
υπνάκος, ο
roommate
συγκάτοικος
mountain range/chain
οροσειρά, η
destination, journey’s end
προορισμός, ο
to set on fire, burn down
πυρπολάω
arrival
άφιξη, η
lighthouse
φάρος, ο
substructure, infrastructure
υποδομή, η
suspect (adj. suspicious, shady)
ύποπτος, ο
cliff, precipice
γκρεμός, ο
regional
περιφερειακός
to realize, understand
αντιλαμβάνομαι (αντιληφθώ)
gypsy
γύφτος, ο
to worsen, deteriorate
χειροτερεύω
to remind me of something
μου θυμίζει
to throw down; to demolish, knock down
γκρεμίζω
single, unmarried; bachelor, spinster
άγαμος / ελεύθερος
to put aside, marginalize something, put to the margine
βάζω στο περιθώριο
expensive, extravagant
πολυτελής (ο, η) πολυτελές (το) πολυτελή (τα)
allowance, benefit, bonus
επίδομα, το
of the same age
συνομηλικός
to wander, roam, ramble
πλανώ
candidate
υποψήφιος, ο
criminal, felon
εγκληματίας, ο
rancher; cattle breeder/raiser
κτηνοτρόφος, ο
out, outside, from outside; by heart, memorized
απέξω
to wink
κλείνω το μάτι
Gross Domestic Product (GDP)
Εθνικό Ακαθάριστο Προϊόν
surprise, startle
εκπλήσσω (εξέπληξα)
sidewalk
πεζοδρόμιο, το
field, land
χωράφι, το
farmer, villager, countryman / farmer
αγρότης, ο / γεωργός, ο
the sun sets
ο ήλιος δύει
presupposition
προϋπόθεση, η
tour
ξενάγηση, η
cloud / cloudiness
νέφος, το / νέφωση, η
spark
σπίθα, η
industry, manufacture
βιομηχανία, η
to save (never passive, but has both active or passive meanings); rescue, escape
γλιτώνω
to abide, bear, endure, tolerate, suffer
ανέχομαι (θα ανεχτώ)
to be far/off, be at some distance
απέχω
undershirt; jersey
φανέλα, η
revenge, vengeance
εκδίκηση, η
footpath, pedestrian-only street
πεζόδρομος, ο
beef
βοδινό κρέας
waiter / waitress
σερβιτόρος, ο / -α, η
native, aboriginal
ιθαγενής, ο
rope, cord, line
σκοινί, το
comfort, consolation
παρηγοριά, η
half-/step- brother/sister
ετεροθαλής
question, doubt
απορία, η
gulf; bay
κόλπος, ο
steep, abrupt, rapid
απότομος
wall
τοίχος, ο
extrovert
εξωστρεφής
swift, rapid
αλματώδης (εξέλιξη leap in progress)
to affect, influence
επηρεάζω
to conquer, take, capture; possess, overtake, seize
κυρεύω
stain, spot
λεκές, ο
to push the button (phrase)
πατάω κουμπί
to include, contain, embody
περιλαβαίνω (περίλαβα)
complaint, grievance, grumble, murmur
παράπονο, το
strange, odd, peculiar
παράξενος
consumer
καταναλωτής, ο
aversion, revulsion, abhorrent
απέχθεια, η
parliament
κοινοβούλιο, το
to insist [on], persevere [in], persist [in]
επιμένω
to expel; miscarry; to shed, remove
αποβάλλω (θα αποβάλω, απέβαλλα / θα αποβληθώ, αποβλήθηκα)
tap (for water)
βρύση, η
besides, in addition, furthermore
επιπλέον
offering, tribute
αφιέρωμα, το
someone has done wrong by me
μου έβγαλε το μάτι
pale
χλομός
to stand (active meaning), to put up, raise up
στήνω
application, app
εφαρμογή, η
order, command
διαταγή, η
to shoot, fire
πυροβολώ
feast, entertainment, merry-making; revelry, spree, party
γλέντι, το
coolness, calm, composure
ψυχραιμία, η
fear of heights
υψοφοβία, η
to get fat, fatten
παχαίνω (θα παχύνω, παχύνθηκα)
fearless/intrepid/daring man
παλικάρι, το
hurricane
τυφώνας, ο
to push, shove
ωθώ
share, interest (of a company)
μερίδιο, το
even though… verb
αν και
παρόλο που
μολονότι
ενώ
to have in mind
έχω υπόψη μου
con-man, cheat, crook
απατεώνας, ο
to go downhill, descend
κατηφορίζω
bathtub
μπανιέρα, η
fan, follower, adherent, advocate
παδός, ο
curious, inquisitive, nosey; strange, odd, unusual
περίεργος
meatball
κεφτές, ο
willing
πρόθυμος
pen
πένα, η
to yawn
χασμουριέμαι
cattle/stock-raising/rearing/breeding
κτηνοτροφία, η
to pant, be out of breath
λαχανιάζω
bakedi n the oven
στο φούρνο
sparse, scanty, rare, few and far in between
αραίος
rough, course
τραχύς
reflection
αντανάκληση, η
virtual reality
εικονική πραγματικότητα, η
injured seriously, beat up (ph)
με το κεφάλι σπασμένο
to arrest, catch, capture
συλλαμβάνω
minor, juvenille
ανήλικος
exhaustion
εξάντληση, η
to be in force/in effect, take effect, be operative, be valid
ισχύω
unwilling, reluctant
απρόθυμος
adult, grown-up
ενήλικος
desert
επιδόρπιο, το
He/she is well-mannered
έχει καλούς τρόπους
muscular
μυϊκός
to conquer, take, win
κατακτώ
optimism
αισιοδοξία, η
trick, gimmick
κόλπο, το
defense, advocacy
υπεράσπιση, η
property, estate
περιουσία, η
respectful / disrespectful
σεβαστικός / ασεβής
corresponding
αντίστοιχος
land
ξηρά, η
roof
στεγή, η / σκεπή, η
landscape
τοπίο, το
observant
παρατηρητικός
conviction, belief, persuasion
πεποίθηση, η
guilty
ένοχος
to rush, dash
ορμάω (ορμώ)
I’m in the mood…
έχω διάθεση…
solid, firm
στερεός
ethics,; morality
ηθική, η
to degenerate into, to reduce to
καταντάω
colony
αποικία, η
boss, chief, superior, director
προϊστάμενος, ο
section, sector
τομέας, ο
gossip, scandal, backbiting
κουτσομπολιό, το
prize, award
βραβείο, το
equal
ίσος
to pollute, contaminate
μολύνω
to postpone, delay
αναβάλλω (ανέβαλα, αναβληθώ, αναβλήθηκα)
fried
τηγανιτός
former, ex-
πρώην
coin, token
κέρμα, το
to mix, mingle; to stir, churn up; to confuse, entangle, meddle with
ανακατεύω
to record (data), draw up a list
καταγράφω
fixed, settled, consolidated, steady, firm
πάγιος
sunset
ηλιοβασίλεμα, το
argument, reasoning; venture, attempt
επιχείρημα, το
landing, touchdown
προσγείωση, η
cause (deep, true cause)
αιτία, η
horseback riding
ιππασία, η
Student takes a test
Teacher gives a test
Patient gets a test
Doctor gives a test
δίνει εξετάσεις
κάνει εξετάσεις
κάνει εξετάσεις
γράψει / δίνει εξετάσεις
impudent, brash
θρασύς / αναιδής
mentality, outlook, psyche
νοοτροπία, η
to tolerate, bear, endure
ανέχομαι (ανεχτώ)
employer, boss
εργοδότης, ο
club, clubhouse
λέσχη, η
intense, profound, acute, deep
έντονος
I don’t feel well (but not sick)
είμαι αδιάθετος
to renovate, redecorate; to reface, recondition
ανακαινίζω
decline, decay, decadence
παρακμή, η
enjoyable, delightful
απολαυστικός
to publish
δημοσιεύω
to breathe
αναπνέω (ανάπνευσα) / ανασαίνω (ανάσανα)
breath
αναπνοή, η / ανάσα, η
to whisper
ψιθυρίζω
whisper
ψίθυρος, ο
shift; guard duty
βάρδια, η
to adopt, adjust
προσαρμόζω
ant
μυρμήγκι, το
to see far away (phrase)
βλέπω στο βάθος (του ορίζοντα)
compass
πυξίδα, η
for better or worse
καλού κακού
to cut, carve, engrave
χαράζω
to scratch, scrape
ξύνω
moan, groan, howl
βογκάω
top, summit, peak
κορυφή, η (κορφή μονο για βουνά)
to lean, bend
γέρνω (έγειρα, γερμένος)
to bow, bend, incline (the body)
σκύβω
to bend, bow (an object)
λυγίζω
to straighten, stretch, tighten
τεντώνω
it is itching
με τρώει + νομ
to slide, drag, pull; to creep, crawl (passive)
σέρνω (θα σύρω, έσυρα / θα συρθώ, σύρθηκα)
to fold
διπλώνω
arrogant person
αλαζόνας, ο/η
arrogance
αλαζονεία, η
climbing
αναρρίχηση, η
to survive
επιβιώνω
to whistle
σφυρίζω
valley (between mountains esp), basin
κοιλάδα, η
shell
καβούκι, το
sea urchin
αχινός, ο
to eat lightly, nibble; peck, prick
τσιμπάω
basket
καλάθι, το
huge, enormous, gigantic
πελώριος
poisonous
δηλητηριώδης (ο, η) δηλητηριώδη (το)
sharp, pointed, jagged
μυτερός
condolences
συλλυπητήρια
corpse
πτώμα, το
to suck; to raw, inhale
ρουφάω
the innocent have nothing to fear
καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται
poison
δηλητήριο, το
to transform; to divert
μετατρέπω
unhappiness
δυστυχία, η
fighting, opposition
καταπολέμηση, η
long-term
μακροπρόθεσμος
short-term
βραχυπρόθεσμος
deadline, time-limit
προθεσμία, η
repercussion, effect, implication, consequence
επίπτωση, η
drought
ξηρασία, η
tendency, trend; stretching, estension; strain, stress
τάση, η
pioneer
πρωτοπόρος, ο
cable, wire, rope
καλώδιο, το
violent, furious
σφοδρός
behavior, conduct
διαγωγή, η
to camoflauge, mask, disguise
συγκαλύπτω
to discover, invent
ανακαλύπτω
forehead
μέτωπο, το
cheek
μάγουλο, το
eyebrow
φρύδι, το
eyelash
βλεφαρίδα, η
belly, abdomen
κοιλιά, η
elbow
αγκώνας, ο
nail
νύχι, το
palm
παλάμη, η
to applaud, clap my hands
χτυπάω παλαμάκια
middle; waist
μέση, η
hip
γοφός, ο
thigh
μηρός, ο
ankle
αστράγαλος, ο
to slip, slide
γλιστράω
authority shows who the man is
αρχή άντρα δείκνυση
self evident, obvious
αυτονόητος
obvious
προφανής
easy to conquer; corruptible, easy to bribe/seduce
ευάλωτος
nut
ξυρός καρπός, ο
almond
αμύγδαλο, το
nut, walnut
καρύδι, το
peanut
φυστίκι, το
deformation, disfigurement
διαμόρφωση, η
to realize
αντιλαμβάνομαι
ascertainment, discovery
διαπίστωση, η
ascertain, establish, discover
διαπιστώνω
united, uniform, unified
ενιαίος
direct
άμεσος
indirect
έμμεσος
vast, boundless, infinite
απέραντος
communicate, impart, convey; spread, infect, catch
μεταδίδω
to betray
προδίδω
the public
κοινό, το
military service
θητεία, η
suspicious
καχύποπτος
counterfeit, fake
πλαστός
owner
κάτοχος, ο / ιδιοκτήτης, ο
reward, recompense, return; wages, pay
αμοιβή, η
trash, litter, garbage
απορρίμματα, τα
document
έγγραφα, η
house wife
νοικοκυρά, η
factor
παράγοντας, ο
to prevail; win, override
επικρατώ
disturbance, disorder
διαταραχή, η
impolite, rude
αγενής, ο
indifferent, unconcerned
αδιάφορος
public, common
κοινός